Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
Εργαστήριο Παράλληλης Κατανεμημένης Επεξεργασίας

CLIENT-SERVER COMPUTING

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING

Τι είναι το client-server computing;

Το βασικό client-server μοντέλο

Πως αναπτύχθηκε η client-server τεχνολογία
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: Ο CLIENT

Συστατικά του client

Ποιος είναι ο ρόλος του client;
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: Ο SERVER

Τύποι των Servers

Συστατικά του Server

Ποιος είναι ο ρόλος του Server;
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: Η ΣΥΝΔΕΣΗ

Τι επιδρά στη σύνδεση μεταξύ Client και Server;

OSI μοντέλα

Communication Interface Technology

Interprocess Communication

Wide Area Network Technologies

Network Management

Πρωτόκολλο Επικοινωνιών
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ισχυροί servers και ισχυροί clients (fat servers και fat clients)

Αρχιτεκτονικές 2-tier (2-στρωμάτων) και 3-tier (3-στρωμάτων) client-server
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING

Ποια είναι η σημασία του client-server στην ανάπτυξη των εφαρμογών;

Αναπτύσσοντας εφαρμογές

Κατανομή πληροφοριών
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ CLIENT-SERVER ΕΡΓΑΛΕΙΑ
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ CLIENT-SERVER COMPUTING
 

ΠΑΡAΡΤΗΜΑ : ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΕ ZIP 
 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ CLIENT-SERVER COMPUTING

Τι είναι το client-server computing;

Γενικά, το client-server computing αναφέρεται σε μια βασική αλλαγή στο στυλ των υπολογιστών, την αλλαγή από τα συστήματα που βασίζονται στα μηχανήματα στα συστήματα που βασίζονται στον χρήστη.

Ειδικότερα, ένα σύστημα client-server είναι ένα σύστημα στο οποίο το δίκτυο ενώνει διάφορους υπολογιστικούς πόρους, ώστε οι clients (ή αλλιώς front end) να μπορούν να ζητούν υπηρεσίες από έναν server (ή αλλιώς back end), ο οποίος προσφέρει πληροφορίες ή επιπρόσθετη υπολογιστική ισχύ.

Με άλλα λόγια, στο client-server μοντέλο, ο client θέτει μια αίτηση και ο server επιστρέφει μια ανταπόκριση ή κάνει μια σειρά από ενέργειες. Ο server μπορεί να ενεργοποιείται άμεσα για την αίτηση αυτή ή να προσθέτει την αίτηση σε μια ουρά. Η άμεση ενεργοποίηση για την αίτηση μπορεί, για παράδειγμα, να σημαίνει ότι ο server υπολογίζει έναν αριθμό και τον επιστρέφει αμέσως στον client. H τοποθέτηση της αίτησης σε μια ουρά μπορεί να σημαίνει ότι η αίτηση πρέπει να τεθεί σε αναμονή για να εξυπηρετηθεί. Ένα καλό παράδειγμα για αυτό είναι όταν εκτυπώνουμε ένα κείμενο σε ένα εκτυπωτή δικτύου. Ο server τοποθετεί την αίτηση σε μια ουρά μαζί με αιτήσεις εκτυπώσεων και από άλλους clients. Μετά επεξεργάζεται την αίτηση με βάση την σειρά προτεραιότητας, η οποία , σε αυτή την περίπτωση, καθορίζεται από τη σειρά με την οποία ο server παρέλαβε την απαίτηση.

Το client-server computing είναι πολύ σημαντικό, διότι επιτυγχάνει τα εξής:

Με βάση αυτούς τους σκοπούς, οι οργανισμοί που κινούνται προς την κατεύθυνση της client-server τεχνολογίας αυξάνουν κατά πολύ την ανταγωνιστική τους θέση.

Το βασικό client-server μοντέλο

Η πλευρά του client πρώτα στέλνει ένα μήνυμα για να καλέσει σε ετοιμότητα τον server. Από τη στιγμή που ο client και ο server έχουν επικοινωνία μεταξύ τους, ο client μπορεί να υποβάλλει την αίτησή του.

 
Client

Ο client είναι ο αιτών των υπηρεσιών. Ο client δεν μπορεί παρά να είναι ένας υπολογιστής. Οι υπηρεσίες που ζητούνται από τον client μπορεί να υπάρχουν στους ίδιους σταθμούς εργασίας ή σε απομακρυσμένους σταθμούς εργασίας που συνδέονται μεταξύ τους μέσω ενός δικτύου. Ο client ξεκινάει πάντα την επικοινωνία.

Τα συστατικά του client είναι πολύ απλά. Μια client μηχανή πρέπει να μπορεί να κάνει τα ακόλουθα:

Αυτές οι αιτήσεις καθορίζουν πόση μνήμη χρειάζεται, ποια ταχύτητα επεξεργασίας θα μπορούσε να βελτιώσει τον χρόνο ανταπόκρισης, και πόση χωρητικότητα αποθήκευσης απαιτείται.

 
Server

Ο server απαντάει στις αιτήσεις που γίνονται από τους clients. Ένας client μπορεί να ενεργεί ως server εάν λαμβάνει και επεξεργάζεται αιτήσεις όπως ακριβώς και τις στέλνει (για παράδειγμα, ένας σταθμός εργασίας που χρησιμοποιείται και ως server εκτυπώσεων από άλλους). Οι server δεν ξεκινάνε τις επικοινωνίες -περιμένουν τις αιτήσεις των clients.

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα του server εκτυπώσεων ενός δικτύου, ο client ζητάει από τον server να εκτυπώσει ένα κείμενο σε έναν συγκεκριμένο εκτυπωτή και ο server προσθέτει την εκτύπωση σε μια ουρά και ενημερώνει τον client όταν το κείμενο εκτυπωθεί επιτυχημένα. Η διαδικασία του client μπορεί να ανήκει φυσικά στον ίδιο σταθμό εργασίας με την διαδικασία του server. Στο παράδειγμα εδώ, μια εντολή εκτύπωσης μπορεί να εκδίδεται στον server του σταθμού εργασίας του δικτύου, χρησιμοποιώντας την διαδικασία του server εκτυπώσεωνσε αυτόν τον σταθμό εργασίας.

Τα συστατικά του server είναι πολύ απλά. Μια server μηχανή πρέπει να μπορεί να κάνει τα ακόλουθα :

Πάντως, οι κλασικές εφαρμογές περιορίζουν την ευελιξία των τελικών χρηστών. Η διασύνδεση των χρηστών δεν είναι γραφική, κάτι που κάνει το σύστημα δυσκολότερο στη χρήση και σημαίνει ότι ο χρήστης πρέπει να μάθει πως να χρησιμοποιήσει την γλώσσα του οικοδεσπότη. Επίσης, οι εφαρμογές εξαρτώνται από μια πλατφόρμα, που σημαίνει ότι εάν κάτι συμβεί στον υπολογιστή-«οικοδεσπότη», ο χρήστης δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το σύστημα, έως ότου το σύστημα αρχίσει να επαναλειτουργεί.

Στην client-server αρχιτεκτονική, η client εφαρμογή τρέχει σε έναν πλήρη σταθμό εργασίας. Αυτός ο σταθμός μπορεί να είναι ένας προσωπικός υπολογιστής, ένας UNIX σταθμός εργασίας ή ένας Mac. Η client εφαρμογή βασίζεται στις υπηρεσίες που προσφέρει ο server και επικοινωνούν μέσω πρωτοκόλλων, όπως το πρωτόκολλο του Internet (TCP/IP) ή του Novell (IPX/SPX).

Το περιβάλλον του client-server έχει πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις κλασσικές αρχιτεκτονικές. Η διαχείριση της διασύνδεσης των χρηστών και άλλες επεξεργασίες είναι αποφορτισμένα από τον «οικοδεσπότη», ενώ ο server ακόμη προσφέρει συγκεντρωμένο έλεγχο των κοινών πόρων. Επειδή ο client επικοινωνεί με τον server μέσω ενός καθορισμένου συστήματος διασύνδεσης, δεν χρειάζεται να γνωρίζει που ανήκει ο server ή πως ενεργεί. Ο σταθμός εργασίας τρέχει την εφαρμογή και εμφανίζει τις πληροφορίες στον χρήστη. Μόνο όταν ο client προσπελάζει πληροφορίες, τότε εγκαθίσταται επικοινωνία με τον server. Ο φόρτος εργασίας μειώνεται δραματικά στον υπολογιστή-«οικοδεσπότη» όσο αυξάνεται η ισχύς κάθε σταθμού εργασίας.

Οι οργανισμοί έχουν να κάνουν με συνεχώς περισσότερα δεδομένα, τα οποία πρέπει να τα διαχειρίζονται και να τα εκμεταλλεύονται στις εργασίες τους. Η αύξηση του όγκου των δεδομένων, σε συνδυασμό με την προσπάθεια των οργανισμών να μειώσουν το κόστος, να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να βελτιώσουν τις υπηρεσίες των πελατών (με καλύτερη χρήση πληροφοριών και ταχύτερο χρόνο ανταπόκρισης στους πελάτες ταυτόχρονα), έχουν συμβάλει σε μια ώθηση για δημιουργία και χρήση client-server εφαρμογών.

Σε συνδυασμό με τις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις των επιχειρήσεων, η ανάπτυξη της τεχνολογίας των client-server έχουν οδηγήσει στα ακόλουθα:

Πρόοδο στο υλικό

Οι δυνατότητες των υπολογιστών έχουν αυξηθεί δραματικά, από την στιγμή που άρχισαν να πέφτουν οι τιμές. Ο αρχικός ΙΒΜ PC/XT, ο οποίος λειτουργούσε με ταχύτητα 4.77 MHz και είχε μνήμη 64Κ, έχει αντικατασταθεί από μηχανήματα που είναι 100 φορές γρηγορότερα και έχουν 1000 φορές περισσότερη μνήμη για την ίδια τιμή που είχε ο ΧΤ. Ένας άλλος τύπος επεξεργαστή, ο επεξεργαστής RISC (Reduced Instruction Set Computing), έχει καταλάβει ένα μεγάλο τμήμα της αγοράς διότι προσφέρει ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα επεξεργασίας.

Σε συνδυασμό με την απόκτηση μεγαλύτερης υπολογιστικής ισχύος για τα ίδια χρήματα, οι προσωπικοί υπολογιστές και οι σταθμοί εργασίας προσφέρουν επίσης περισσότερη ευελιξία στη δημιουργία και στην αναβάθμιση των δικτύων. Αντί οι οργανισμοί να περιορίζονται σε συγκεκριμένα μηχανήματα, ένα δίκτυο μπορεί να συνδέσει σχεδόν κάθε προσωπικό υπολογιστή, σταθμό εργασίας, μίνι-υπολογιστή ή άλλο server .

Αντίθετα, η τεχνολογία των mainframes δεν έχει αναπτυχθεί τόσο γρήγορα, ούτε έχει καταφέρει να ξεπεράσει το πρόβλημα του υψηλού κόστους. Ένα mainframe κοστίζει περίπου 200 φορές περισσότερο από έναν προσωπικό υπολογιστή και βέβαια δεν προσφέρει αναγκαστικά και 200 φορές περισσότερη υπολογιστική ισχύς. Αυτές οι αλλαγές έχουν υποκινήσει μια αλλαγή πλεύσης από τα mainframes στους προσωπικούς υπολογιστές.

Πρόοδο στο λογισμικό

Η πρόοδος στο λογισμικό που χρησιμοποιείται από τα client-server συστήματα αύξησε πολύ την ευκολία και την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορούν οι χρήστες να προσπελάσουν πληροφορίες. Στα πρώτα συστήματα οι χρήστές δεν μπορούσαν να ζητήσουν συγκεκριμένες εγγραφές. Οι χρήστες έπρεπε να φορτώσουν ένα ολόκληρο σετ δεδομένων από τον server και να προσπελάσουν τις πληροφορίες τοπικά. Στο μεταξύ, άλλοι χρήστες έμεναν εκτός δικτύου, ή δεν μπορούσαν να προσπελάσουν το ίδιο σετ πληροφοριών. Πάντως, τώρα οι clients μπορούν να στείλουν αιτήσεις για συγκεκριμένες εγγραφές. Η χρήση της SQL επιτρέπει στους χρήστες να ζητούν συγκεκριμένες πληροφορίες χωρίς να χρειάζεται να μαθαίνουν πως να χρησιμοποιούν το λειτουργικό σύστημα του server και τα DBMS (Database Management System). Τα DBMS μπορούν όχι μόνο να προσπελάσουν πληροφορίες που ανήκουν σε μια δομή συγγενικών βάσεων δεδομένων, αλλά μπορούν να προσπελάσουν πληροφορίες που ανήκουν σε διαφορετικού τύπου μηχανές.

Αυτό που κάνει τις πληροφορίες εύκολα προσπελάσιμες στον χρήστη είναι η ανάπτυξη σταθερών, εύκολων στη χρήση γραφικών διασυνδέσεων για τους χρήστες. Η γραφική διεπαφή των χρηστών (GUI) είναι το μέσο με το οποίο ο τελικός χρήστης επικοινωνεί με την εφαρμογή.

Οι σταθμοί εργασίας είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση των πληροφοριών και χρησιμοποιούν πιο σύνθετες γραφικές απεικονίσεις, που περιλαμβάνουν πιο πολύπλοκα γραφικά ή ακόμα και κίνηση. Η αρχή των γραφικών διεπαφών χρηστών (GUIs) βασίζεται στην αντίληψη ότι οι άνθρωποι ανταποκρίνονται καλύτερα σε εικόνες παρά σε λέξεις. Η πραγματικότητα έχει δείξει ότι τα πιο δημοφιλή συστήματα υπολογιστών χρησιμοποιούν γραφική διεπαφή χρήστη (GUI).

Τα γραφικά παράθυρα επιπλέον επιτρέπουν την πραγματοποίηση πολλών διαφορετικών εργασιών μέσα στην ίδια εφαρμογή. Τα πολλαπλά παράθυρα ή ακόμα και οι πολλαπλές εκδοχές του ίδιου του παραθύρου, είναι τώρα δυνατό να υπάρχουν στην ίδια οθόνη μέσα στην ίδια την εφαρμογή.

Η πολυνηματική (Multi-threaded) επεξεργασία είναι επίσης μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις στην πληροφορική. Τα treads είναι η δυνατότητα του λειτουργικού συστήματος, που επιτρέπει στις εφαρμογές να τρέχουν πολλές διεργασίες ταυτόχρονα. Τα αρχικά λειτουργικά συστήματα ήταν single-threaded, που σήμαινε ότι μπορούσαν να εκτελέσουν μόνο μια διεργασία την φορά. Πάντως, τα συστήματα client-server μπορούν να προσπελάσουν πολλά threads την φορά, που σημαίνει ότι οι clients-servers μπορούν να κάνουν αποτελεσματική χρήση των λογισμικών και του υλικού των συστημάτων.

Πρόοδο στο δίκτυο

Φυσικά, χωρίς τα Τοπικά Δίκτυα (Local Area Network) και τα Διαδίκτυα (Internet) η τεχνολογία των client-server δεν θα υπήρχε. Τα δίκτυα προσφέρουν την υποστήριξη της επικοινωνίας που απαιτείται για να συνδεθούν πολλές μηχανές, ακόμα και πολλές πλατφόρμες.

Ένα δίκτυο είναι ένα σύστημα που μεταφέρει πληροφορίες και μηνύματα μεταξύ των επεξεργαστών. Η αρχιτεκτονική ενός δικτύου έχει κανόνες, ή αλλιώς πρωτόκολλα, που καθορίζουν το πως πραγματοποιούνται οι μεταφορές μέσα σε αυτή την αρχιτεκτονική. Διαφορετικά υλικά και λογισμικά μπορούν να επικοινωνούν όσο χρησιμοποιούν τα ίδια τα πρωτόκολλα και τις ίδιες μορφές δεδομένων.

Η πρόοδος στην τεχνολογία των δικτύων επιτρέπει στους σταθμούς εργασίας να συνδέονται σε πολλαπλές πηγές πληροφοριών, δημιουργώντας ένα περιβάλλον βασισμένο στο χρήστη, όπου ο χρήστης έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία απαιτείται, ανεξάρτητα του που βρίσκεται η πληροφορία αυτή. Η άμεση πρόσβαση σημαίνει ότι ο χρήστης μπορεί να προσπελάσει πληροφορίες από απoκρυσμένες μηχανές χωρίς καν να πρέπει να αλληλεπιδράσει άμεσα με αυτές τις μηχανές ή να γνωρίζει ότι και άλλες μηχανές εμπλέκονται στην διαδικασία. Το δίκτυο μπορεί να είναι μια διάταξη υπολογιστών μέσα σε μια πόλη, σε μια χώρα, ή σε ολόκληρο τον κόσμο.
 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: O CLIENT

Συστατικά του Client

Για να σχεδιάσουμε το client τμήμα μιας εφαρμογής, που είναι γνωστό και ως front end, είναι απαραίτητο να καταλάβουμε τα διάφορα συστατικά που το απαρτίζουν. Το υλικό (hardware), το λειτουργικό σύστημα (operating system), το δίκτυο (network), η γραφική διεπαφή του χρήστη (graphical user interface) και το λογισμικό (software) είναι απαραίτητα για να υποστηρίξουν και να δημιουργήσουν μια εφαρμογή. Για παράδειγμα, μια Windows εφαρμογή μπορεί να αποτελείται από έναν Pentium επεξεργαστή, συνδεδεμένο με έναν server μέσω ενός τοπικού δικτύου, ο οποίος τρέχει μια client-server εφαρμογή σε Windows ’98.
 

Υλικό

Το υλικό του client μπορεί να είναι ένας προσωπικός υπολογιστής ή σταθμός εργασιών. Ένας προσωπικός υπολογιστής είναι ένας μικροϋπολογιστής συνήθως συμβατός ΙΒΜ ή μια μηχανή Macintosh. Τα συστήματα υπολογιστών γενικά τρέχουν σε UNIX.

Ο client πρέπει να είναι σε θέση να χειρίζεται την εφαρμογή. Με αλλά λόγια, το client πρέπει να έχει αρκετή δύναμη για να απαιτήσει, να παρουσιάσει και να χειριστεί τις πληροφορίες. Παρατηρούμε, δηλαδή ότι υπάρχουν τέσσερις σημαντικές προϋπόθεσης όταν καθορίζονται οι ανάγκες σε υλικό:

Λειτουργικό Σύστημα

Το λειτουργικό σύστημα κρύβει τις λεπτομέρειες του υλικού του υπολογιστή από τον client. Τα λειτουργικά συστήματα είναι προγράμματα που διαχειρίζονται τους πόρους του υπολογιστή, ελέγχουν την εκτέλεση εφαρμογών και ενεργούν ως μια διασύνδεση μεταξύ του χρήστη και του ίδιου του υλικού του υπολογιστή. Τα λειτουργικά συστήματα κάνουν τον υπολογιστή πιο αποτελεσματικό και κατάλληλο για χρήση, παρά το γεγονός ότι τα ίδια λειτουργικά συστήματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από προγράμματα.

Τα λειτουργικά συστήματα εκτελούν τις ακόλουθες λειτουργίες:

Τα λειτουργικά συστήματα χαρακτηρίζονται από τις ακόλουθες τρεις βασικές δυνατότητες:

Η δυνατότητα να διευθύνει την RAM δεν είναι ίδια όσο το πόσο RAM υποστηρίζει το συγκεκριμένο κομμάτι του υλικού. Η ποιότητα της RAM που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είναι περιορισμένη από το λειτουργικό σύστημα. Για παράδειγμα το DOS δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει περισσότερο από 1ΜΒ RAM, αν και υπάρχουν 32 ΜΒ RAM στη μηχανή. Όσο περισσότερη μνήμη μπορεί να διευθύνει ένα λειτουργικό σύστημα, τόσο πιο ισχυρές εφαρμογές μπορούν να τρέχουν κάτω από αυτό το λειτουργικό σύστημα.

Όσο αφορά τη δεύτερη δυνατότητα, βλέπουμε ότι η λέξη ‘ταυτόχρονα’ είναι σε εισαγωγικά. Αυτό συμβαίνει διότι οι υπολογιστές με μια CPU μπορούν μόνο να εκτελούν μια απλή οδηγία τη φορά. Ωστόσο, διαιρώντας τον χρόνο επεξεργασίας σε πολλαπλές εργασίες, η CPU μπορεί να δημιουργεί την αυταπάτη ότι οι πολλαπλές επεξεργασίες εκτελούνται ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα επικοινωνίας μπορεί να φορτώσει μια πληροφορία από έναν server, ενώ ο χρήστης δουλεύει σε ένα άλλο πρόγραμμα. Το φόρτωμα και η εκτέλεση πολλών εφαρμογών την ίδια στιγμή καλείται πολυεπεξεργασία (multitasking).

Το GUI (Graphical User Interface) παρέχει στον χρήστη την όψη και τη αίσθηση της εφαρμογής. Το GUI μπορεί να είναι τμήμα του ίδιου του λειτουργικού συστήματος. Σε μερικές περιπτώσεις, η εφαρμογή δημιουργείται για ένα συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα. Ωστόσο, μερικές φορές το λειτουργικό σύστημα επιλέγεται, αφού επιλεχθεί το περιβάλλον διασύνδεσης των χρηστών. Για παράδειγμα, το Open windows (που είναι ένα GUI) τρέχει σε UNIX. Συνεπώς, εάν αποφασίσουμε ότι θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το Open windows για GUI, εκ των πραγμάτων πρέπει να επιλέξουμε το UNIX ως λειτουργικό σύστημα.

Τα πιο συνηθισμένα λειτουργικά συστήματα που χρησιμοποιούνται σε client μηχανές είναι τα: DOS , Windows, OS/2, System 7, UNIX.

To DOS είναι ένα 16-μπιτο λειτουργικό σύστημα. Πάντως, όταν το DOS χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τα Windows 3.x παίρνουμε βελτιωμένη διαχείριση μνήμης, προσομοιωμένη πολυεπεξεργασία και διασύνδεση πληροφοριών.

Οι εφαρμογές που βασίζονται σε DOS μπορούν συνήθως να προσπελάσουν μόνο 640ΚΒ της μνήμης (εκτός αν βοηθούνται από εξωτερικά προϊόντα), ενώ τα Windows επιτρέπουν στις εφαρμογές να προσπελάσουν περισσότερα. Η ιδεατή μνήμη επιτρέπει στις εφαρμογές των Windows να χρησιμοποιούν περισσότερη μνήμη από ό,τι υπάρχει φυσιολογικά. Η ιδεατή μνήμη είναι ένα τρικ που επιτρέπει στον υπολογιστή να χρησιμοποιεί μέρος του χώρου αποθήκευσης του σκληρού δίσκου ως RAM. Πάντως, η επίδοση είναι πιο αργή και ο χώρος του σκληρού δίσκου που χρησιμοποιείται ως RAM δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αποθήκευση.

Τα Windows μπορούν να διασυνδέσουν πληροφορίες σε διάφορες εφαρμογές, οπότε οι αλλαγές που γίνονται στις πληροφορίες μιας εφαρμογής ενημερώνονται σε όλες τις άλλες εφαρμογές που χρησιμοποιούν τις ίδιες πληροφορίες.

Τα ακόλουθα κάνουν δυνατή την διασύνδεση:

Τα Windows ’98 και τα Windows NT είναι 32-μπιτα λειτουργικά συστήματα με δυνατότητες δημιουργίας δικτύων. Μοιάζουν με τα Windows 3.x και έχουν την βασική λειτουργικότητα των Windows 3.x. Ωστόσο τα Windows ’98 και τα Windows NT είναι πολύ πιο ισχυρά και είναι σχεδιασμένα για συμβατότητα. Από τη στιγμή που τα Windows ’98 και NT χρησιμοποιούν ένα πιο αποτελεσματικό μοντέλο μνήμης, μπορούν να χειρίζονται μεγάλη ποσότητα πληροφοριών. Η επίδοση του συστήματος αυξάνει αποτελεσματικά.

Το OS/2 είναι 32-μπιτο λειτουργικό σύστημα που επίσης προσφέρει υποστήριξη για πολυεπεξεργασία. Επειδή το OS/2 χρησιμοποιεί ένα πιο αποτελεσματικό μοντέλο μνήμης, όπως κάνουν και τα Windows, μπορεί να χειριστεί μεγάλα αντικείμενα στη μνήμη. Η επίδοση του συστήματος αυξάνει αποτελεσματικά. Το OS/2 μπορεί να τρέξει εφαρμογές των DOS, Windows και 16-μπιτου και 32-μπιτου ΟS/2 την ίδια στιγμή.

Τα DDE επίσης επιτρέπουν στις ΟS/2 εφαρμογές να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ των εφαρμογών. Τα OLE υποστηρίζονται μόνο μεταξύ εφαρμογών των Windows. Το OS/2 επιτρέπει στον χρήστη να έχει ξεκάθαρη πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες στον server προσφέροντας εικονικές όψεις των servers, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως οποιαδήποτε άλλη πηγή. Τα λεξιλόγια του δικτύου εμφανίζονται απλά ως φάκελοι.

Το System 7 είναι ένα σύστημα που χρησιμοποιείται από την Macintosh. Είναι ένα 32-μπιτο λειτουργικό σύστημα, όμοιο με το OS/2, που προσφέρει πολυεπεξεργασία, ιδεατή μνήμη και υποστήριξη δικτύου. Το System 7 επίσης επιτρέπει την διασύνδεση πληροφοριών ανάμεσα σε εφαρμογές που χρησιμοποιούν Edition Manager και Inter-Application Communication.

To UNIX επίσης λειτουργεί σε ένα πολυεπεξεργαστικό, πολύ-χρηστικό περιβάλλον, και είναι πολύ πιο ισχυρό από τα αλλά λειτουργικά συστήματα που αναφέρονται εδώ. Η κύρια διαφορά ανάμεσα στο UNIX και τα αλλά λειτουργικά συστήματα είναι ότι το UNIX μπορεί να τρέξει σε κάθε μνήμη κάθε μηχανής, ενώ τα αλλά λειτουργικά συστήματα εξαρτώνται από τον τύπο του επεξεργαστή.

Γενικά τα Windows και το UNIX ικανοποιούν όλες τις απαιτήσεις. Αφού το UNIX είναι πολύ ισχυρό ως ένα client λειτουργικό σύστημα για να δικαιώσει το κόστος, είναι συνηθισμένο να εγκαθίσταται σε ένα server παρά σε ένα client. Τα Windows NT και το OS/2 προσφέρουν παρόμοια υποστήριξη σε μικρότερη κλίμακα και είναι συνήθως οι πιο συμφέρουσες επιλογές.
 

Δίκτυο

Ένα δίκτυο είναι ένα σύστημα επικοινωνίας που επιτρέπει την μεταφορά των πληροφοριών μεταξύ των επεξεργαστών. Το δίκτυο έχει κανόνες ή πρωτοκολλά, που καθορίζουν πόσες πληροφορίες μεταφέρονται. Χρησιμοποιώντας σταθερά πρωτόκολλα και τυποποιημένες πληροφορίες, διαφορετικές πλατφόρμες υλικού και λογισμικού μπορούν να επικοινωνήσουν η μία με την άλλη.

Τα δίκτυα έχουν λογισμικά λειτουργικών συστημάτων, όπως συμβαίνει με τους clients και τους servers. Τα λειτουργικά συστήματα δικτύων καλύπτουν τις client εφαρμογές από την άμεση επικοινωνία με τον server. Αν και το λειτουργικό σύστημα δικτύου είναι εγκατεστημένα στον server, μέρος του πρέπει να τρέξει σε κάθε client.

Το λειτουργικό σύστημα δικτύου συνδέει το λειτουργικό σύστημα του client με το δίκτυο, που σημαίνει ότι εφαρμογές μπορούν να προσπελάσουν το δίκτυο μέσω των λειτουργικών συστημάτων των clients. Για παράδειγμα, μπορούμε να σώσουμε ένα αρχείο κατευθείαν σε μια τοπική διαδρομή στον server του δικτύου.
 

Γραφική Διεπαφή Χρήστη

Η γραφική διεπαφή χρήστη (Graphical User Interface) προσφέρει στον χρήστη μια εύκολη στη χρήση διασύνδεση. Με τη γραφική διεπαφή χρήστη (GUI), οι χρήστες δεν έχουν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να «σημειώνουν και να επιλέξουν » για να κάνουν την δουλεία τους. Οι χρήστες μπορούν να αλληλεπιδράσουν με γραφικές απεικονίσεις γρηγορότερα και ευκολότερα από ότι μπορούν όταν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο κείμενο.

Οι χρήστες είναι συνήθως ήδη εξοικειωμένοι με τη γραφική διεπαφή χρήστη (GUI) από την απασχόληση τους με τους προσωπικούς υπολογιστές τους. Η διασύνδεση καθορίζει πως οι χρήστες εισάγουν πληροφορίες και πως οι εφαρμογές επιστρέφουν πληροφορίες στους χρήστες.
 

Λογισμικό

Το λογισμικό μπορεί να υπάρχει στον client. Εδώ το λογισμικό σημαίνει την λογική του client στην client-server εφαρμογή, όπως τα άλλα προγράμματα, όπως τα λογιστικά φύλλα, τα γραφικά και τα προγράμματα του υπολογιστή που μπορούν ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε σύνδεση με την client-server εφαρμογή.

Συνήθως η λογική της client εφαρμογής προσφέρει ερώτημα για μορφοποίηση πληροφοριών και υπηρεσίες αναφοράς ώστε ο χρήστης να μπορεί να απαιτήσει πληροφορίες, να λάβει πληροφορίες, να μεταβάλλει τις πληροφορίες αυτές και να πάρει αναφορές που συνοψίζουν ή καταγράφουν λεπτομερώς αυτές τις πληροφορίες.

Ποιος είναι ο ρόλος του client;

Η διαδικασία client-server μπορεί να απλοποιηθεί στα ακόλουθα βήματα:

  1. Ο χρήστης δημιουργεί μια αίτηση ή ένα ερώτημα.
  2. Ο client μορφοποιεί το ερώτημα και το στέλνει στο server.
  3. Ο server ελέγχει την δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη.
  4. Ο server επεξεργάζεται το ερώτημα και επιστρέφει τα αποτελέσματα.
  5. Ο client λαμβάνει την ανταπόκριση και τη μορφοποιεί για τον χρήστη.
  6. Ο χρήστης βλέπει και χειρίζεται την πληροφορία.

Πέρα από τα έξι αυτά βήματα, o client παίζει τέσσερις βασικούς ρόλους. Ο client είναι στην πραγματικότητα το κέντρο της client-server εφαρμογής. Ο χρήστης αλληλεπιδρά με τον client, o client ξεκινάει το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης της εφαρμογής, και ο server υπάρχει για να απαντάει στις ανάγκες του client.

Ο client εκτελεί τις ακόλουθες λειτουργίες :
 
 

Για κάθε έναν από τους τέσσερις ρόλους, δηλαδή της παροχής μιας εύκολης στη χρήση διασύνδεσης, της αποστολής απαιτήσεων, της αποδοχής ανταποκρίσεων και της δυνατότητας στο χρήστη να παίρνει και να χειρίζεται πληροφορίες, ο client έχει συγκεκριμένες ευθύνες.
 

Παροχή μια εύκολης στη χρήση διασύνδεσης

Μια εύκολη στη χρήση διασύνδεση αποτελείται από δυο σημαντικές εργασίες: αποδοχή των εισερχόμενων και εμφάνιση των εξερχόμενων. Για παράδειγμα, ο client δέχεται τα εισερχόμενα, επιτρέποντας σε κάποιον που τροφοδοτεί κάποια πράγματα να διαθέσει μια ειδική παραγγελία σε έναν πελάτη. Ο client μπορεί επίσης να εμφανίσει τις πληροφορίες του πελάτη στον τροφοδότη.

Η διασύνδεση των χρηστών είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της client εφαρμογής. Ελέγχει την όψη (τα στοιχεία της οθόνης) και την αίσθηση (τον τρόπο που ο χρήστης κάνει αιτήσεις και παίρνει απαντήσεις) του προγράμματος.

Η ανάπτυξη του client βασίζεται σε αρχές σχεδίασης εστιασμένες στον χρήστη. Αυτές οι αρχές είναι οι ακόλουθες:

Πρότυπα: Μια πρότυπη εγκαταστημένη διασύνδεση παρέχει εγγύηση ότι οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν δοκιμαστεί για συνέπεια και εύκολη αποτελεσματική χρήση. Η ΙΒΜ, η Microsoft και η Macintosh ανήκουν στα διαθέσιμα πρότυπα.

Στον υπολογιστή, οι εφαρμογές και τα αντικείμενα αναπαρίστανται ως εικονίδια (μικρές γραφικές εικόνες). Το εικονίδιο είναι προκαθορισμένο να ξεκινάει το πρόγραμμα, το οποίο εμφανίζει το ίδιο το παράθυρο, στο οποίο η εφαρμογή ή η συγκεκριμένη εργασία μπορεί να εκτελεστεί. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα εκτύπωση μπορεί να αναπαρασταθεί από μια μικρή εικόνα ενός εκτυπωτή. Χρησιμοποιώντας ένα δείκτη για να κάνουμε διπλό κλικ στο εικονίδιο, η εφαρμογή μπορεί τότε να ξεκινήσει. Η εφαρμογή εκτύπωσης ανοίγει ένα παράθυρο στο οποίο η ουρά εκτύπωσης μπορεί να εμφανιστεί. Τα εικονίδια, οι δείκτες και τα παράθυρα είναι μερικά από τα στοιχεία του GUIs. Άλλα στοιχεία είναι: οι μπάρες ολίσθησης , οι κέρσορες, τα controls και η βοήθεια.

Τα εικονίδια μπορούν να αναπαραστήσουν μια εφαρμογή στον υπολογιστή. Ο χρήστης μπορεί να χειρίζεται τα εικονίδια κατευθείαν για να ξεκινάει εφαρμογές, να μετακινεί και να αποθηκεύει αρχεία ή να ανοίγει αρχεία. Τα Windows εμφανίζουν όψεις των αρχείων και των αντικειμένων που είναι δυνατόν να διαχειρίζονται. Τα Windows επίσης εμφανίζουν μηνύματα και οδηγίες βοήθειας, και παρουσιάζουν επιλογές που μπορούν να πραγματοποιηθούν. Περισσότερα από ένα παράθυρα μπορούν να είναι ανοιχτά την ίδια στιγμή .

Διάφοροι τύποι παραθύρων επιτρέπουν τον καλύτερο έλεγχο των εφαρμογών. Το ενεργό παράθυρο είναι ένα παράθυρο στο οποίο επιτελείται εργασία. Ορισμένες φορές το σύστημα χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες για να ολοκληρώσει μια απαιτούμενη εργασία, οπότε το σύστημα εμφανίζει ένα δευτερεύον παράθυρο. Για παράδειγμα, αν δουλεύουμε σε ένα αρχείο επεξεργασίας κειμένου και επιλέξουμε την επιλογή save, ένα άλλο παράθυρο εμφανίζεται, ζητώντας το όνομα του αρχείου και την τοποθεσία αποθήκευσης του. Άλλα παράθυρα δίνουν μηνύματα που επιτρέπουν να μαθαίνουμε ότι κάτι έχει συμβεί (για παράδειγμα, κάποιο σφάλμα) ή ότι κάποια ενέργεια βρίσκεται σε εκτέλεση.

Μερικές φορές οι πληροφορίες που εμφανίζονται δεν χωράνε στο παράθυρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια μπάρα ολίσθησης χρησιμοποιείται για να ανεβοκατεβαίνουμε μέσα στο παράθυρο. Για παράδειγμα, αν έχουμε μια λίστα από 100 ονόματα, το πιθανότερο είναι να μην γίνουν όλα ορατά αμέσως μέσα στο παράθυρο. Πάντως, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις μπάρες ολίσθησης για να δούμε όλα τα ονόματα που βρίσκονται στα σημεία του παραθύρου που δεν είναι προς στιγμήν ορατά.

Οι δείκτες και οι δρομείς δείχνουν στον χρήστη το που θα πραγματοποιηθεί η ενέργεια. Τα αντικείμενα επιλέγονται αφού τα προσδιορίσουμε, συνήθως φωτίζοντας τα με ένα κέρσορα ή επιλέγοντας τα με ένα δείκτη (όπως το ποντίκι). Από την στιγμή που το αντικείμενο επιλέγεται, μπορούμε να αποφασίσουμε εάν θέλουμε ή όχι να εφαρμόσουμε την ενέργεια. Για παράδειγμα, μπορούμε να επιλέξουμε ένα εικονίδιο μιας εφαρμογής, κάνοντας κλικ μια φορά με τον δείκτη. Τότε μπορούμε να αποφασίσουμε εάν θέλουμε ή όχι να ξεκινήσουμε την εφαρμογή.

Τα controls επιτρέπουν την επιλογή των ενεργειών. Για παράδειγμα, ένα μενού είναι ένα control. Μπορούμε να εμφανίσουμε το μενού και να επιλέξουμε μια από τις επιλογές. Ορισμένα controls επιτρέπουν την δυνατότητα να κάνουμε επιλογές είτε χρησιμοποιώντας έναν δείκτη, είτε τυπώνοντας οδηγίες, που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση της πιο αποτελεσματικής μεθόδου εργασίας.

Η on-line βοήθεια είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων εφαρμογών τώρα. Η βοήθεια δίνει στον χρήστη περισσότερες πληροφορίες για μια επιλογή, για ένα πεδίο ή για το πώς εκτελείται μια εργασία. Η βοήθεια συνήθως προσπελάζεται από την μπάρα των μενού, αν και μπορεί επίσης να προσπελαστεί με το πάτημα ενός κουμπιού ή ενός κλειδιού.

Η δυνατότητα αλληλεπίδρασης που παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι μόνο ένα τμήμα των δυνατοτήτων που είναι διαθέσιμες. Χρησιμοποιώντας έναν καλό οδηγό προτύπων, μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι προσφέρεται στον χρήστη ένας πιο εύκολος, πιο αποτελεσματικός τρόπος για να ολοκληρώσει τις εργασίες του και ότι η διασύνδεση είναι συνεπής.
 

Αποστολή Αιτήσεων

Το να σταλεί μια αίτηση σημαίνει την μορφοποίηση της αίτησης και την αποστολή της στον server, με τρόπο τέτοιο που να μπορεί ο τελευταίος να καταλάβει. Εάν ο τροφοδότης θέλει να εμφανίσει όλες τις απλήρωτες ειδικές παραγγελίες, ο client μορφοποιεί την αίτηση σε SQL που χρησιμοποιείται από τον server DBMS (Database Management System) και την στέλνει μέσω του δικτύου στον server.

Το βασικό πλεονέκτημα των συστημάτων client- server είναι ότι η λογική της εφαρμογής και η βάση δεδομένων είναι χωρισμένα. Ο διαχωρισμός αυτός προσφέρει τα παρακάτω πέντε ευδιάκριτα πλεονεκτήματα:

Το πώς ο χρήστης κάνει την αίτηση εξαρτάται από τον client. Γενικά, o client προτρέπει τον χρήστη να μπει στα πεδία για να ψάξει και μετά δημιουργεί την πραγματική απαίτηση σε SQL. Για παράδειγμα, ένας τροφοδότης θέλει να δημιουργήσει μια λίστα από συγκεκριμένους πελάτες που περιμένουν να παραλάβουν ειδικές παραγγελίες που πραγματοποιήθηκαν πάνω από 30 ημέρες πριν. Τα κριτήρια του ερωτήματος θα περιλαμβάνουν συγκεκριμένους πελάτες που περιμένουν να παραλάβουν ειδικές παραγγελίες που πραγματοποιήθηκανπάνω από 30 ημέρες πριν.

Το πιο πιθανό είναι ότι η εφαρμογή θα προτρέψει τον τροφοδότη να εισάγει στο πεδίο των ερωτημάτων το εξής:

customers = current, status = expecting, date > 30 days.

Τα RPCs (Remote Procedure Calls) ελέγχουν την πραγματική αποστολή της αίτησης του τροφοδότη. Τα RPCs κάνουν την σχεδίαση των client-server εφαρμογών ευκολότερη, διότι κάνουν πολλές από τις λεπτομέρειες του δικτύου ξεκάθαρες όχι μόνο στον χρήστη, αλλά επίσης και στον χειριστή του client. Το πώς οι ίδιες πληροφορίες είναι κατανεμημένες επίσης επιδρά στο πώς η αλληλεπίδραση διαβάσματος και εγγραφής μπορεί να καθορίσει το πόσο καλά θα τοποθετήσουμε τις πληροφορίες για να ελαχιστοποιήσουμε τα προβλήματα στο δίκτυο.

Οι πληροφορίες μπορούν να τοποθετηθούν με τρεις βασικούς τρόπους:

Η συγκέντρωση των πληροφοριών στον server προσφέρει περισσότερο έλεγχο, διότι υπάρχει μόνο ένα αντίγραφο για να προσπελάσουμε και να διατηρήσουμε, και περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Ωστόσο, εάν ο server ‘πέσει’, οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες. Επίσης, συγκεντρώνοντας τις πληροφορίες, η δραστηριότητα στο δίκτυο αυξάνεται, διότι όλοι πρέπει να προσπελάσουν τις ίδιες πληροφορίες στην ίδια περιοχή.

Τα βασικά πλεονεκτήματα του είναι να έχουμε πολλαπλά πανομοιότυπα αντίγραφα, είναι η βελτίωση στην επίδοση και η ασφάλεια της ύπαρξης περισσοτέρων από ένα αντιγράφων σε περίπτωση που ο server ‘πέσει’. Όταν δυο ομάδες χρηστών σε διαφορετικούς κόμβους σε ένα δίκτυο, προσπελάσουν την ίδια πληροφορία, μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά η επίδοση όταν υπάρχουν δυο αντίγραφα της πληροφορίας, έναν σε κάθε κόμβο.

Υπάρχουν δυο βασικές επιλογές όταν υπάρχουν πολλαπλά αντίγραφα:

Χρησιμοποιώντας DBMS είναι πιο αξιόπιστο από να αφήνεις τους χρήστες να δουλεύουν με πολλαπλά αντίγραφα της πληροφορίας, διότι το DBMS χειρίζεται τον συγχρονισμό των πολλαπλών αντιγράφων της πληροφορίας. Αφήνοντας τους χρήστες να αντιγράφουν την πληροφορία που χρειάζονται δεν είναι αρκετό, όταν χρειάζεται να είμαστε σίγουροι ότι οι χρήστες δουλεύουν σε ενημερωμένα, συγχρονισμένα αντίγραφα της πληροφορίας.

Ο χωρισμός της πληροφορίας σε διάφορες περιοχές είναι πιο πολύπλοκος και λιγότερο αξιόπιστος. Ο χωρισμός δημιουργεί διάφορα δυναμικά προβλήματα που πρέπει να διαχειριστούμε. Οι τεμαχισμένες πληροφορίες πρέπει να είναι ολοφάνερες στον χρήστη. Ως αποτέλεσμα, ο χρόνος επεξεργασίας αυξάνεται, διότι κάθε τμήμα πρέπει να ανακτηθεί και να συναρμολογηθεί.

Πρότυπα: Τα πρότυπα βοηθούν να σχεδιαστεί ο τρόπος, με τον οποίο ο client στέλνει τις αιτήσεις στον server. Η ανάπτυξη της SQL προσφέρει μια σταθερή μέθοδο για προσπέλαση πληροφοριών. Τα RPCs προσφέρουν ξεκάθαρη επικοινωνία μεταξύ των προγραμμάτων. Τα IPCs (Interprocess Communications protocols) προσφέρουν τα πρότυπα για να κάνουν τις client-server αλληλεπιδράσεις διάφανες στον χρήστη, καθώς επίσης και στους ίδιους τους clients και servers.

H SQL επιτρέπει στους χρήστες να δημιουργούν ερωτήματα, χωρίς να χρειάζεται να μάθουν κάτι για το λειτουργικό σύστημα του server ή το DBMS.

H SQL επιτρέπει τα ακόλουθα:

Τα RPCs είναι σχεδιασμένα να μοιάζουν σαν κλήσεις τοπικών διαδικασιών στην εφαρμογή. Από την στιγμή που γίνεται η κλήση, η τρέχουσα βιβλιοθήκη είναι υπεύθυνη για να βρει την απόμακρη διαδικασία και να χειριστεί την επικοινωνία.

Τα IPCs επιτρέπουν δυο εφαρμογές να τρέχουν στο ίδιο ή σε διαφορετικό περιβάλλον για να στείλουν και να λάβουν απαιτήσεις και ανταποκρίσεις .

Τα IPCs είναι πολύ σημαντικά για το client, γιατί εκτελούν τα ακόλουθα:

Ένα απλό παράδειγμα ενός IPC που χρησιμοποιείται σήμερα είναι τα named pipes. Τα named pipes προσφέρουν διάφανη επικοινωνία μεταξύ των προγραμμάτων. Τα named pipes είναι σαν αρχεία που πολλοί επεξεργαστές μπορούν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα. Αυτά μπορεί να είναι write-only, read-only ή write-and-read.
 

Λήψη Απόκρισης και Διαχείριση της Πληροφορίας

Ο server ελέγχει την δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη, επεξεργάζεται το ερώτημα, και επιστρέφει την αιτούμενη πληροφορία. Σε αυτό το σημείο, ο client δέχεται τα αποτελέσματα και τα μετατρέπει σε μια μορφή που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο client.

Η διαδικασία της λήψης της απόκρισης είναι παρόμοια με την διαδικασία που χρησιμοποιεί ο client για να στείλει αιτήσεις, αλλά αντιστροφή.

Μετά, το API (Application Programming Interface) εξάγει την απαιτούμενη πληροφορία και την περνάει στην εφαρμογή. Με άλλα λόγια, αντί να μορφοποιεί την αίτηση και να την στέλνει στον client, ο client δέχεται την απόκριση και την μορφοποιεί για τον χρήστη. Το τελευταίο βήμα είναι η δυνατότητα στον χρήστη να βλέπει και να χειρίζεται την πληροφορία.

Από την στιγμή που η πληροφορία επιστρέφει, το πλεονέκτημα είναι ότι ο client θα θέλει να πάρει κάποια πρωτοβουλία. Σε αυτό το σημείο η εφαρμογή υιοθετεί ξανά τον πρώτο της ρόλο: προσφέρει μια εύκολη στη χρήση αλληλεπίδραση για να δεχθεί εισερχόμενα δεδομένα και να εμφανίσει εξερχόμενα.
 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: O SERVER

Αν και ο client κατέχει ένα μεγάλο μέρος της προσοχής, αφού με τον client αλληλεπιδρούν οι χρήστες, ο server είναι η καρδιά του client-server συστήματος. Οι servers είναι τα σημεία όπου αποθηκεύονται οι πληροφορίες και εκτελούνται οι εργασίες. Σήμερα, o server μπορεί να είναι οποιαδήποτε μορφή υπολογιστή. Ωστόσο η αύξηση της ισχύως και η μείωση του κόστους των προσωπικών υπολογιστών τους κάνει γενικά την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή. Ακόμα και αν ο server είναι ένας σταθερός προσωπικός υπολογιστής αυτό που κάνει τη διαφορά από ένα σταθερό προσωπικό σύστημα είναι ότι είναι εξειδικευμένος και έχει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

Τύποι των Servers

Οι servers μπορούν να διαιρεθούν σε έξι τύπους:

Ο τύπος του server που χρησιμοποιείται εξαρτάται από την απαιτούμενη εργασία. Επίσης, αυτοί οι έξι ρόλοι μπορούν να συνδυαστούν σε ένα σύστημα ή να διαιρεθούν σε περισσότερα. Για παράδειγμα, η ίδια μηχανή μπορεί να εξυπηρετήσει σαν ένας server εφαρμογών και ένας server βάσεων δεδομένων.

Οι περισσότεροι servers που χρησιμοποιούνται σήμερα στις επιχειρήσεις είναι servers αρχείων (file servers). Οι servers αρχείων επιτρέπουν στους clients να προσπελάσουν αρχεία και να μοιραστούν πληροφορίες και λογισμικό. Αυτοί οι servers είναι συνήθως ένας προσωπικός υπολογιστής ή ένα UNIX σύστημα με έναν επεξεργαστή. Πολλοί άνθρωποι μπορούν να προσπελάσουν τον server αρχείων την ίδια στιγμή, που σημαίνει ότι ο server έχει πολλαπλές μονάδες δίσκων και κάρτες προσαρμογής δικτύου, αλλά μόνο ένα άτομο μπορεί να προσπελάσει ένα συγκεκριμένο αρχείο εκείνη τη στιγμή.

Server Εφαρμογών (Application servers)

Οι servers εφαρμογών (application servers) τρέχουν λογισμικό εφαρμογών, που είναι πολύ σημαντικό όταν διανέμονται λογικές εφαρμογών μεταξύ του client και του server. H τοποθέτηση εφαρμογών στον server σημαίνει ότι αυτές οι εφαρμογές είναι διαθέσιμες σε πολλούς clients. Πολλοί clients μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα RPCs( Remote Procedure Calls) για να θέσουν σε λειτουργία μια επεξεργασία στον server. Πολλοί servers εφαρμογών μπορούν ακόμα και να εργαστούν μαζί για να απαντήσουν στην απαίτηση του client. Κάθε server μπορεί να τρέξει ένα διαφορετικό λειτουργικό σύστημα σε μια διαφορετικήπλατφόρμα υλικού, αλλά αυτές οι λεπτομέρειες είναι ξεκάθαρες στον client -o client μπορεί να κάνει αιτήσεις χωρίς να υπολογίζει τον τύπο της μηχανής που θα ανταποκριθεί.

Server Πληροφοριών (Data servers)

Οι servers πληροφοριών (data severs) χρησιμοποιούνται μόνο για αποθήκευση και διαχείριση πληροφοριών και χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με servers υπολογισμών (compute servers). Αυτοί οι servers ερευνούν και ελέγχουν την αξιοπιστία των πληροφοριών, αλλά γενικά δεν μεταβιβάζουν μεγάλη ποσότητα πληροφοριών στο δίκτυο.

Server Υπολογισμών (Compute servers)

Οι servers υπολογισμών (compute servers) παίρνουν τις αιτήσεις των clients για πληροφορίες στον server πληροφοριών και μετά προωθούν τα αποτελέσματα των αιτήσεων πίσω στον client.

Server Βάσεων Δεδομένων (Database servers)

Οι servers βάσεων δεδομένων (database servers) είναι τυπικά client-server συστήματα, και έχουν να κάνουν την ίδια εργασία με αυτή που κάνουν οι servers πληροφοριών και υπολογισμών μαζί. Οι servers βάσεων δεδομένων τρέχουν DBMS (Database Management System) λογισμικό και πολύ πιθανό και κάποια λογική client-server εφαρμογή, που σημαίνει ότι αυτός ο τύπος του server χρειάζεται περισσότερη ισχύ. Τα DBMS προσφέρουν εξειδικευμένες υπηρεσίες: την δυνατότητα να ανακτά πληροφορίες και να διαχειρίζεται πληροφορίες. Οι servers που συνδυάζουν τις λειτουργίες του server βάσεων δεδομένων και του server εφαρμογών είναι επίσης γνωστοί ως server συναλλαγών (transaction servers).

Server Πόρων ή Επικοινωνιών (Resource or Communication servers)

 

Οι servers πόρων (resource servers), που περικλείουν τους servers επικοινωνιών (communications servers) επιτρέπουν σε πολλούς clients την προσπέλαση συγκεκριμένων πόρων, που είναι ουσιαστικά πολύ ακριβοί για να βρίσκονται σε έναν client. Για παράδειγμα, οι servers εκτυπώσεις (print servers) συνδέουν πολλούς clients με πολλούς εκτυπωτές. Οι servers επικοινωνιών συνδέουν απομακρυσμένα συστήματα. Άλλοι servers πόρων μπορούν να συνδέσουν clients με άλλες συσκευές, όπως πολυμέσα. Συνήθως από τη στιγμή που οι servers πόρων είναι συνδεδεμένοι σε μια συγκεκριμένη συσκευή, δεν απαιτείται τόσο πολύ ισχύ, όση αυτή των servers που προσφέρουν περισσότερο περιπλοκές υπηρεσίες.

Ένας εύκολος τρόπος για να ξεχωρίσουμε τους servers εφαρμογών, βάσεων δεδομένων και συναλλαγών είναι πώς ο client κάνει αιτήσεις στον server. Οι servers δέχονται τους παρακάτω τύπους απαιτήσεων από τους clients:
 
 

Από τους έξι τύπους, οι client-server εφαρμογές συνήθως χρησιμοποιούν πιο πολύ servers εφαρμογών, βάσεων δεδομένων και συναλλαγών ή κάποιο συνδυασμό αυτών των τριών.

Συστατικά του Server

Για να σχεδιάσουμε το server τμήμα της εφαρμογής, που είναι γνωστό και ως back end, πρέπει να καταλάβουμε τα διάφορα συστατικά που απαρτίζουν τον server. Το υλικό, το λειτουργικό σύστημα, η βάση δεδομένων και το λογισμικό πρέπει να υποστηρίζουν και να δουλέψουν για την εφαρμογή.
 

Υλικό

Μια μηχανή δεν απαιτεί πολύ ειδικό υλικό για να μετατραπεί σε server, αν και ορισμένοι servers έχουν κάποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις. Συνήθως ο server που επιλέγεται, εξαρτάται από τις εφαρμογές που θα τρέξουμε και από το κόστος της μηχανής.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του server είναι τα ακόλουθα:

Μέχρι πρόσφατα η τεχνολογία των προσωπικών υπολογιστών είχε θεωρηθεί επαρκής μόνο για απλούς servers αρχείων ή servers συσκευών. Τώρα οι προσωπικοί υπολογιστές είναι πιο ακριβές μηχανές, πιο γρήγορα και πανίσχυρα συστήματα.

Όταν συνιστούμε στους χρήστες πιο είδος server χρειάζονται, πρέπει να υπολογίζουμε τις ανάγκες τους. Είναι καλό να προτείνουμε κάτι, που δεν θα χρειαστεί να αναβαθμίσουμε αμέσως μετά την εγκατάσταση του συστήματος. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι server είναι η καρδιά των client -server συστημάτων, οι servers απαιτούν περισσότερη σκέψη από τους clients.

Αυτά που πρέπει να υπολογίζουμε είναι τα εξής:

Λειτουργικό Σύστημα

Τα λειτουργικά συστήματα των servers διαχειρίζονται τους πόρους του υπολογιστή, ελέγχουν την εκτέλεση των εφαρμογών και ενεργούν ως προστασία ανάμεσα στις servers εφαρμογές και τους clients.

Οι servers για client-server εφαρμογές λειτουργούν καλύτερα όταν τα λειτουργικά τους συστήματα υποστηρίζουν την πολυεπεξεργασία, την προτεραιότητα, την διαδικασία επικοινωνίας, την πολυνηματική επεξεργασία, την διαχείριση μνήμης, την απομόνωση της εφαρμογής και τις εκτεταμένες υπηρεσίες.

Κάθε ένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά περιγράφονται ως εξής:

Και τα τέσσερα κύρια λειτουργικά συστήματα των servers είναι σοβαροί ανταγωνιστές. Όλα είναι από 32-μπιτα και πάνω συστήματα που τρέχουν σε προσωπικούς υπολογιστές. Τα τέσσερα κύρια λειτουργικά συστήματα των server είναι τα εξής: NetWare, Windows NT, OS/2, UNIX.
 

Βάση Δεδομένων

Οι βάσεις δεδομένων έχουν εξελιχθεί διάμεσου διάφορων σταθμών από το 1960: από flat αρχεία σε ιεραρχημένες βάσεις δεδομένων, συγγενικές βάσεις δεδομένων και τελικά βάσεις δεδομένων αντικειμένων.

Τα πρότυπα flat αρχεία πρόσφεραν πληροφορίες μέσω διάτρητων καρτών ή αρχεία δίσκων που μοιάζουν με διάτρητες κάρτες. Οι εγγραφές αποθηκεύονταν φυσικά με την ίδια σειρά που τις έβλεπε ο χρήστης. Η ταξινόμηση των εγγραφών σήμαινε την αντιγραφή των εγγραφών από μια τοποθεσία σε μια άλλη, την εξάλειψη των άχρηστων στοιχείων και την εμφάνιση τους στον χρήστη με νέα όψη. Πολλοί μεγάλοι οργανισμοί, κυρίως οικονομικά ιδρύματα, χρησιμοποιούν ακόμα flat αρχεία για να τρέξουν μαζικές αναφορές και μαζικές επεξεργασίες.

Οι ιεραρχικές βάσεις δεδομένων μπορούσαν να αποθηκεύσουν εγγραφές είτε φυσικά, είτε λογικά τη μια διπλά στην άλλη. Οι σχετικές πληροφορίες συνήθως αποθηκεύονταν φυσικά πολύ κοντά και οι δείκτες επέτρεπαν την μετάβαση από μια έγγραφη σε μια άλλη. Οι δείκτες ήταν εργαλείο που επέτρεπε την πρόσβαση σε πληροφορίες με λογική, παρά με φυσική σειρά. Πάντως οι δείκτες ακόμη βασίζονται στην φυσική τοποθέτηση των πληροφοριών. Εάν θέλαμε να αλλάξουμε την δομή των πληροφοριών, έπρεπε να αλλάξουμε τους δείκτες. Εάν αλλάζαμε τους δείκτες, έπρεπε να ενημερώσουμε όλες τις εφαρμογές που αναφέρονταν στους δείκτες αυτούς. Όσο πιο πολύπλοκη γινόταν η προσπέλαση των πληροφοριών, τόσο πιο δύσκολη γινόταν η εξερεύνηση μέσα στις βάσεις δεδομένων.

Οι σχεσιακές βάσεις δεδομένων είναι σταθερές βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνται σήμερα. Επιτρέπουν την πρόσβαση σε πληροφορία χρησιμοποιώντας δείκτες, οι οποίοι εξάλειψαν την ανάγκη για εξερεύνηση αυτής της βάσης δεδομένων ή για ανακατανομή των αρχείων. Για λόγους επιδόσεων, οι σχετικές πληροφορίες ακόμη αποθηκεύονται όσο γίνεται πιο κοντά .

Οι αντικειμενοστραφείς βάσεις δεδομένων αντικειμένων είναι το επόμενο λογικό βήμα μετά τις συγγενικές βάσεις δεδομένων. Επιτρέπουν τον χειρισμό ακόμα πιο πολύπλοκων πληροφοριών χρησιμοποιώντας συμπυκνωμένη λογική επεξεργασίας.
 

Λογισμικό

Το λογισμικό στον server είναι το λειτουργικό σύστημα του server, το λειτουργικό σύστημα του δικτύου και το τμήμα του server της client-server εφαρμογής. Συνήθως, η λογική της server εφαρμογής προσφέρει υπηρεσίες έρευνας, υπολογισμού και προτεραιότητας, ώστε ο server να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του client για πληροφορίες.

Ποιος είναι ο ρόλος του server;

H client-server διαδικασία μπορεί να απλοποιηθεί στα παρακάτω βήματα:

  1. Ο χρήστης στέλνει μια αίτηση ή ένα ερώτημα, μέσω του client, στον server.
  2. O server ακούει την αίτηση του client.
  3. Από τη στιγμή που ο server ακούει την αίτηση, ελέγχει την δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη.
  4. Ο server επεξεργάζεται το ερώτημα.
  5. Ο server επιστρέφει τα αποτελέσματα στον client.
  6. O client δέχεται τα αποτελέσματα και τα παρουσιάζει στον χρήστη.

Από αυτά τα έξι βήματα, ο server παίζει τέσσερις σημαντικούς ρόλους. Όπως είδαμε, ο server είναι η καρδιά της client -server εφαρμογής. Ο server υπάρχει για να απαντήσει στις ανάγκες του client, και ο clientεξαρτάται από την αξιοπιστία και την έγκαιρη απάντηση του server.

Ο server πρέπει να εκτελέσει τις ακόλουθες λειτουργίες:

Ο server δεν εγκαινιάζει καμιά ενέργεια. Αντίθετα, ο server περιμένει παθητικά να φτάσουν οι αιτήσεις του client μέσω του δικτύου. Ο server πρέπει πάντα να απαντάει στους clients, ακόμα και όταν πολλοί clients κάνουν ταυτόχρονες αιτήσεις.

Από την στιγμή που ο server δέχεται από τον client την απαίτηση, o server πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο client είναι εξουσιοδοτημένος να λάβει την πληροφορία ή την απάντηση. Αν ο client δεν είναι εξουσιοδοτημένος, ο server απορρίπτει την αίτηση και στέλνει μήνυμα στον client. Εάν ο client είναι εξουσιοδοτημένος, ο server συνεχίζει και επεξεργάζεται την αίτηση.

Η επεξεργασία της αίτησης περιλαμβάνει την παραλαβή της αίτησης του client, την μετατροπή του σε μια μορφή που μπορεί ο server να χρησιμοποιήσει και την επεξεργασία της ίδιας της αίτησης.

Όταν η επεξεργασία ολοκληρώνεται, ο server στέλνει τα αποτελέσματα πίσω στον client. Μετά, ο client μπορεί να μεταφράσει και να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες.

Δεν υπάρχει προκαθορισμένος διαχωρισμός στις ευθύνες για τις client-server εφαρμογές. Ανάλογα με τις ανάγκες μας, μπορούμε και να διαχωρίσουμε την εφαρμογή. Το ισχυρό client μοντέλο δίνει περισσότερες λειτουργίες στον client, ενώ το ισχυρό server μοντέλο δίνει περισσότερες λειτουργίες στον server. Οι servers εφαρμογών και συναλλαγών τείνουν να είναι ισχυροί servers, ενώ οι servers βάσεων δεδομένων και αρχείων τείνουν να έχουν ισχυρούς clients.

Ανεξάρτητα του πώς διαχωρίζουμε την εφαρμογή, η βασική ευθύνη του server παραμένει η ίδια: να εξυπηρετεί τους clients που κάνουν αιτήσεις.
 

Ακούγοντας την αίτηση του client

Ο server δεν ξεκινάει καμιά αλληλεπίδραση με τον client, o server απλά περιμένει τον client για να κάνει την αίτηση του. Όταν ο client κάνει την αίτηση, ο server ανταποκρίνεται το συντομότερο δυνατό.

Η κάρτα προσαρμογής στο δίκτυο συνδέει φυσικά τον server, με το δίκτυο και καθορίζει εάν οι εισερχόμενες απαιτήσεις είναι κατανοητές για τον κόμβο του προσαρμογέα. Εάν ναι, το πρωτόκολλο τις αποδέχεται και τις αποκωδικοποιεί ώστε μετά ο server να μπορεί να τις επεξεργαστεί.
 

Ελέγχοντας την δυνατότητα πρόσβασης του χρήστη

Από την στιγμή που ο server δέχεται την αίτηση από τον client, o server πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο χρήστης είναι εξουσιοδοτημένος να λάβει την πληροφορία ή την ανταπόκριση από το server. Εάν ο χρήστης δεν είναι εξουσιοδοτημένος, ο server απορρίπτει την αίτηση και στέλνει ένα μήνυμα στον client. Εάν ο χρήστης είναι εξουσιοδοτημένος, o server συνεχίζει και επεξεργάζεται την αίτηση.
 

Επεξεργάζοντας την αίτηση

Ο server πρέπει να είναι ικανός να ανταποκριθεί στην αίτηση του client αμέσως. Εάν πολλοί clients κάνουν αιτήσεις ταυτόχρονα, ο server πρέπει να είναι ικανός να βάζει σε προτεραιότητα τις αιτήσεις των clients, και να επεξεργάζεται πολλές αιτήσεις την στιγμή.

Από την στιγμή, που ο server επιβεβαιώνει ότι ο χρήστης είναι εξουσιοδοτημένος να κάνει αιτήσεις στον server, o server μπορεί να αποκαλύψει την απαίτηση και να την επεξεργαστεί.

Η αίτηση μπορεί να έχει μια από τις ακόλουθες τέσσερις μορφές:

Αυτές οι αιτήσεις πρέπει να περάσουν από το λεγόμενο ACID τεστ: Ατομικότητα (Atomicity), Συνέπεια (Consistency), Απομόνωση(Isolation) και Αντοχή (Durability). H ατομικότητα σημαίνει ότι ολόκληρη η συναλλαγή πρέπει να πετύχει ή να αποτύχει, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ως προς ένα κομμάτι της. Η συνέπεια σημαίνει ότι το σύστημα πάει από ένα σταθερό σημείο σε ένα άλλο σταθερό σημείο. Η απομόνωση σημαίνει ότι, από τη στιγμή που μια συναλλαγή ολοκληρώνεται με επιτυχία, τα αποτελέσματα της δεν είναι ορατά σε άλλες συναλλαγές. Η αντοχή σημαίνει ότι από τη στιγμή που η συναλλαγή ολοκληρώνεται με επιτυχία, δεσμεύεται μόνιμα από το σύστημα και επακόλουθες αποτυχίες δεν θα το επηρεάσουν. Εάν η συναλλαγή αποτύχει, το σύστημα οπισθοχωρεί στο σημείο που ήταν πριν προσπαθήσει να επεξεργαστεί την συναλλαγή.

Η διαχείριση της συναλλαγής ελέγχεται είτε από το DBMS είτε από το ΤΡΜ (Transaction Processing Manager). Οι διαχειριστές της συναλλαγής προστατεύουν την ακεραιότητα των πληροφοριών που είναι μια απόλυτη αξίωση. Ο server είναι υπεύθυνος για προστασία και την διατήρηση της ακρίβειας των πληροφοριών.

Ας επιστρέψουμε στην αίτηση του client. Η αίτηση μπορεί απλά να ζητάει για πληροφορία ή μπορεί επίσης να επικαλείται μια αποθηκευμένη διαδικασία. Οι αποθηκευμένες διαδικασίες βελτιώνουν την επίδοση διότι είναι ήδη μεταγλωττισμένα στον υπολογιστή-«οικοδεσπότη» και είναι έτοιμα να εκτελεστούν. Επίσης μειώνουν τα προβλήματα στο δίκτυο. Ένα παράδειγμα μιας αποθηκευμένης διαδικασίας είναι το trigger: εάν μια πώληση εισέρχεται στην βάση δεδομένων ενός καταστήματος, αυτή η ενέργεια μπορεί να προκαλέσει τον server να προσθέσει την ποσότητα της πώλησης σε μια τιμή συνολικής πωλούμενης ποσότητας.

Η SQL είναι η σταθερή μέθοδος προσπέλασης πληροφοριών στις client-server εφαρμογές. Η SQL περιλαμβάνει τα ακόλουθα συστατικά:

Η γλώσσα καθορισμού των πληροφοριών καθορίζει τις δομές των πληροφοριών, η γλώσσα διαχείρισης των πληροφοριών μετακινεί και ενημερώνει τις πληροφορίες και η γλώσσα ελέγχου των πληροφοριών καθορίζει τους περιορισμούς πρόσβασης και ασφάλειας. Η SQL επεξεργάζεται πληροφορίες σε ομάδες. Έτσι, ο server μπορεί να στείλει πολλαπλές εγγραφές για να ικανοποιήσει την αίτηση του client. Η SQL μπορεί επίσης να φλιτάρει, να μετασχηματίσει, ή να συνδυάσει πληροφορίες πριν τις στείλει στον client.

Δυο πρότυπα κατευθύνουν τις συγγενικές βάσεις δεδομένων και την απομακρυσμένη προσπέλαση πληροφοριών: DRDA (Distributed Relational Database Architecture) της ΙΒΜ και το RDA (Remote Data Access) της ISO. To DRDA προσφέρει ένα συνηθισμένο πρωτόκολλο και χρησιμοποιεί SQL ως συνηθισμένη γλώσσα πρόσβασης για σύνδεση εφαρμογών και DBMS. To RDA πρωτόκολλο χρησιμοποιεί ένα υποσύνολο της SQL ως ένα συνηθισμένο σύστημα μεταφοράς.
 

Επιστρέφοντας τα αποτελέσματα

Όταν ο server τελειώνει την επεξεργασία των αποτελεσμάτων και είναι έτοιμος να επιστρέψει τα αποτελέσματα στον client, πρέπει να μορφοποιήσει τα αποτελέσματα και να τα στείλει με ένα τρόπο που μπορεί ο client να καταλάβει.

Ο server παραδίδει τις πληροφορίες στο πρωτόκολλο, που διευθύνει ένα πακέτο, μορφοποιεί τις πληροφορίες για να τις τοποθετήσει στο πακέτο και περνάει το πακέτο στο δίκτυο. Το δίκτυο μετά βεβαιώνεται ότι το πακέτο πηγαίνει στον client.
 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPUTING: H ΣΥΝΔΕΣΗ

Τι επιδρά στην σύνδεση μεταξύ client και server;

Εκείνο που παίζει σημαντικό ρόλο στο client server computing είναι η σύνδεση του client με τον server, δηλαδή ουσιαστικά το δίκτυο στο οποίο εντάσσονται. Οι χρήστες θέλουν να αισθάνονται ότι οι υπηρεσίες που χρειάζονται οι ίδιοι, είναι διαθέσιμες και προσπελάσιμες στο δίκτυο, χωρίς να πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μόνο την τεχνολογία. Όταν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν client-server εφαρμογές, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το θέμα της σύνδεσης. Αρχικά, οι περισσότεροι χρήστες ανακάλυψαν την ανάγκη της πρόσβασης σε έναν εκτυπωτή, ο οποίος δεν ήταν συνδεδεμένος φυσικά με τον client σταθμό εργασίας. Μπορεί αρχεία δεδομένων σε μη-δικτυωμένους υπολογιστές να χρησιμοποιούνται από κοινού, π.χ. με την μεταφορά μέσω δισκετών κτλ, αλλά στην εκτύπωση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα πρώτα LANs (Local Area Network) που εγκαταστάθηκαν ήταν βασικά υπηρεσίες δικτύων για υποστήριξη των αναγκών εκτύπωσης. Τώρα ένας εκτυπωτής, οπουδήποτε και αν βρίσκεται μπορεί να χρησιμοποιείται για από κοινού χρήση.

Ο φυσικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτή η σύνδεση client και server είναι η LAN καλωδίωση. Κάθε σταθμός εργασίας συνδέεται με ένα καλώδιο που οδηγεί την μετάδοση είτε αμέσως στον επόμενο σταθμό εργασίας του LAN είτε σε ένα κομβικό σημείο που οδηγεί την μετάδοση στην κατάλληλη διαδρομή. Υπάρχουν δυο βασικοί LAN σχηματισμοί, που χρησιμοποιούν Ethernet και Token Ring.

Υπάρχει μια βασική λειτουργική διαφορά στο τρόπο που οι σχηματισμοί Ethernet και Token Ring τοποθετούν τα δεδομένα στο καλώδιο. Με το πρωτόκολλο του Ethernet, ο επεξεργαστής επιχειρεί να αποθηκεύσει δεδομένα στο καλώδιο, όποτε απαιτεί εξυπηρέτηση. Το πρωτόκολλο αυτό περιλαμβάνει και την κατάλληλη λογική για να επιλύσει τις συγκρούσεις, οπότε αυτές εμφανίζονται. Από την άλλη πλευρά, με το πρωτόκολλο του Token Ring, ο επεξεργαστής επιχειρεί μόνο να τοποθετήσει δεδομένα πάνω στο καλώδιο, όταν υπάρχει χώρος για να δεχτεί την μετάδοση.

Οι πρόσφατες αναφορές στις δυνατότητες των κομβικών σημείων έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα LANs. Τα κομβικά σημεία οφείλουν την επιτυχία τους στην αποδοτικότητα του πρωτοκόλλου 10BaseT, που επιτρέπει την υλοποίηση του Ethernet με πρωταγωνιστικό τρόπο στην UTP (Unshielded Twisted Pair) καλωδίωση. Τα κομβικά σημεία προσφέρουν ολοκληρωμένη υποστήριξη για τους διαφορετικούς πρότυπους σχηματισμούς, όπως είναι το Ethernet, το Token Ring και το Fiber (ειδικά, το FDDI πρωτόκολλο) πάνω σε διαφορετικούς τύπους καλωδιώσεων. Επαναλαμβάνοντας ή ενισχύoντας τα σήματα όπου χρειάζεται, επιτρέπουν την χρήση υψηλής ποιότητας UTP καλωδίωσης σχεδόν σε κάθε περίπτωση.

Άλλα πρωτόκολλα, όπως το FDDI (Fiber Distributed Data Interface) και CDDI (Copper Distributed Data Interface), θα αυξηθούν σε χρήση, όσο αναζητούνται LANs υψηλότερων επιδόσεων. Το CDDI μπορεί να εκτελεστεί στο ίδιο LAN καλώδιο, όπως το Ethernet και το Token Ring, εάν η πρωταρχική επιλογή και εγκατάσταση γίνουν προσεκτικά από την αρχή. Το FDDI συνήθως εμφανίζεται σαν μια LAN-to-LAN γέφυρα ανάμεσα σε ορόφους μεγάλων κτηρίων.

Η τεχνολογία των ασυρμάτων LAN προσφέρει μια εναλλακτική δυνατότητα καλωδίωσης. Αυτή η τεχνολογία χρησιμοποιεί ως μέσω μετάδοσης τα ραδιοκύματα. Η Motorola προσφέρει ένα σύστημα, το Altair που υποστηρίζει τα πρότυπα πρωτόκολλα μεταφοράς του Ethernet. Η υλοποίηση αυτή της Motorola συνδέει σταθμούς εργασίας μεταξύ τους με microcells, χρησιμοποιώντας την πρότυπη καλωδίωση του Ethernet. Αυτά τα microcells επικοινωνούν μέσω των ραδιοκυμάτων με τους servers.

Η ασύρματη αυτή τεχνολογία είναι ελκυστική όταν το κόστος εγκατάστασης των καλωδιώσεων είναι υψηλό. Το κόστος τείνει να είναι υψηλό όταν η καλωδίωση γίνεται μεταξύ σταθμών εργασίας που μετακινούνται συχνά ή εγκαθίσταται προσωρινά. Η NCR παρέχει μια άλλη υλοποίηση της ασύρματης LAN τεχνολογίας χρησιμοποιώντας ως συχνότητα προσπέλασης 902-MHz έως 928-MHz. Η NCR παρέχει ιδιωτικές κάρτες που προσφέρουν πρωτόκολλα επικοινωνίας. Αυτή υποστηρίζει επικοινωνίες που απαιτούν χαμηλότερη ταχύτητα και είναι σύμφωνες με κάποιες προϋπόθεσης, διότι και άλλες συσκευές χρησιμοποιούν τις ίδιες συχνότητες που αναφέραμε

Είναι γενικά αποδεκτό το γεγονός ότι τα LANs είναι τα προτιμώμενα μέσα για την επίτευξη της συνολικής σύνδεσης των τοπικών και απομακρυσμένων servers. H WAN (Wide Area Network) σύνδεση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της αλληλοσύνδεσης όλων των LANs. Τα routers και οι γέφυρες (bridges) είναι συσκευές που πραγματοποιούν αυτή την εργασία. Τα routers είναι η προτιμώμενη τεχνολογία για περίπλοκους σχηματισμούς δικτύων, δημιουργώντας αποτελεσματική δίοδο για σύνολα δεδομένων μεταξύ δύο συστημάτων, εντοπίζοντας και χρησιμοποιώντας το καταλληλότερο μονοπάτι. Επίσης περιορίζουν το πρόβλημα της κυκλοφορίας στο WAN φιλτράροντας και παρέχοντας υποστήριξη για πολλά πρωτόκολλα διαμέσου του απλού δικτύου.

Το εύρος του φάσματος του WAN για διασύνδεση πληροφοριών είναι ένα σημαντικό ζήτημα. Από τη στιγμή που υπάρχει το πρόβλημα της κυκλοφορίας στο δίκτυο, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιούνται από τους χρήστες εφαρμογές, όπως η μεταφορά μεγάλων αρχείων (για παράδειγμα, μέσω e-mail συνδέσεων) και εικόνων. Υπηρεσίες του WAN που πρόσφατα εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, όπως οι υπηρεσίες Frame Relay, SMDS (Switched Multimegabit Data Service), και ATM (Asynchronous Transfer Mode), επιτρέπουν την κατάλληλη ευκαμψία που απαιτείται για τέτοιες εφαρμογές.

Η υπηρεσία Frame Relay χρησιμοποιεί ένα αποτελεσματικό πολυπλεγμένο σήμα για να προσφέρει στους χρήστες πόρους του δικτύου. Κάθε γραμμή πρόσβασης μοιράζεται προκαθορισμένο πρόβλημα της κυκλοφορίας για πολλές τοποθεσίες.

Η υπηρεσία SMDS είναι μια υπηρεσία υψηλής ταχύτητας που χρησιμοποιεί cell relay τεχνολογία, που επιτρέπει στην πληροφορία, τον ήχο και την εικόνα να μοιράζονται την ίδια δομή δικτύου.

Η υπηρεσία ATM είναι ένα πρότυπο και ένα σύνολο επικοινωνιών που συνδέει και το LAN και το WAN για να δημιουργήσει ένα δίκτυο, που προσφέρει τις κατάλληλες ικανότητες για να υποστηρίζει όλους τους τύπους πληροφορίας, ήχου και εικόνας. Η ταχύτητα του είναι καθορισμένο στα 155 Mbps, με παραλλαγές που μπορούν να το κάνουν να τρέχει σε χαμηλότερη ταχύτητα όταν απαιτείται. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως LAN και WAN, προσφέροντας ξεκάθαρη ενοποίηση του.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ κατανεμημένων συστημάτων δεν επιτυγχάνεται μόνο προσφέροντας σύνδεση που βασίζεται σε ένα δίκτυο. Τα συστήματα πρέπει να συμφωνούν στο πότε ολοκληρώνονται τελείως οι ανταλλαγές των δεδομένων, στο πως ξεκινάει και τερματίζεται η επικοινωνία και στο ποιες στρατηγικές προσπέλασης των πόρων επιλέγονται. Όλα αυτά παρέχονται από ένα συνδυασμό πρωτοκόλλων δικτύου όπως το IPX/SPX του Novell, το NetBios, το TCP/IP, και τεχνολογιών αλληλεπίδρασης απόμακρων επεξεργασιών, όπως η RPC τεχνολογία από την SUN, το Netwise, το Sybase, το Oracle, το APPC της IBM, το CPIC και τα Named Pipes.

Η διαχείριση του δικτύου(Network Management) είναι ένα αναπόσπαστο τμήμα κάθε δικτύου. Το SNMP(Simple Network Management) είναι γενικώς αποδεκτό πρότυπο που χρησιμοποιείται για να οργανώνονται τα LANs και το WANs μέσω των δυνατοτήτων οργάνωσης των κομβικών σημείων, των routers και των γεφυρών(bridges). Η διαχείριση ολοκληρωμένων συστημάτων απαιτούν μια πολύ βελτιωμένη έκδοση του SNMP, που να συμπληρώνεται από πρωτόκολλο διαχείρισης OSI και το πρωτόκολλο διαχείρισης CMIP(Common Management Information Protocol).

ΟSI μοντέλα

Τα OSI βασίζονται σε πρότυπα που επιτρέπουν σε διαφορετικές μηχανές και πλατφόρμες να επικοινωνούν μεταξύ τους σαν να είναι ταυτόσημα. Τα πρότυπα καθορίζουν την μορφή στην οποία ανταλλάσσονται οι πληροφορίες, το πως απομακρυσμένα συστήματα προσπελάζονται και το πως λειτουργούν τα συστήματα.

Το μοντέλο OSI που χωρίζεται σε επτά στρώματα και που δημιουργήθηκε από την ISO (International Standards Organization) προσφέρει ένα πρότυπο για ανάπτυξη εφαρμογών και ένα τρόπο σύγκρισης διαφορετικών αρχιτεκτονικών δικτύων.

Το μοντέλο ΟSI καθορίζει μια γενική αρχιτεκτονική για τα περίπλοκα λογισμικά και υλικά που λαμβάνουν μέρος στα δίκτυα. Η αρχιτεκτονική περιγράφει το πως επικοινωνούν οι μηχανές μεταξύ τους με έναν τυποποιημένο και ιδιαίτερα ευέλικτο τρόπο καθορίζοντας στρωματά λογισμικού που θα μπορούσαν να εκτελεστούν σε κάθε μηχανή επικοινωνίας. Το μοντέλο OSI δεν καθορίζει αυτό κάθ’ αυτό το λογισμικό ή λεπτομερή πρότυπα για αυτό το λογισμικό. Απλά καθορίζει τις γενικές κατηγορίες των λειτουργιών που μπορεί κάθε στρώμα να εκτελέσει.

Τα επτά στρώματα του μοντέλου ενεργούν όπως οι clients και οι servers. Κάθε στρώμα απαιτεί υπηρεσίες ή πληροφορίες από το στρώμα που βρίσκεται πιο πάνω και ικανοποιεί απαιτήσεις των στρωμάτων που βρίσκονται από κάτω του. Τα στρώματα περιγράφονται ως εξής:

Το στρώμα 1, το υλικό στρώμα (physical layer) είναι το χαμηλότερο επίπεδο του OSI μοντέλου και καθορίζει τα φυσικά ηλεκτρονικά χαρακτηριστικά των συνδέσεων που σχηματίζουν το δίκτυο. Έχει να κάνει δηλαδή με το πραγματικό υλικό που απαιτείται για να δημιουργηθεί η επικοινωνία μεταξύ των δύο συσκευών. Πρότυπα σε αυτό το στρώμα για client-server εφαρμογές είναι το Ethernet IEEE 802.3 και το Token Ring ΙΕΕΕ 802.5 που καθορίζουν τις απαιτήσεις για την NIC(Network Interface Card) και τις απαιτήσεις για το λογισμικό για το στρώμα MAC(Media Access Control). Άλλα πρότυπα εδώ περιλαμβάνουν τις σειριακές διασυνδέσεις ΕΙΑ 232 και x.21.

Το στρώμα 2, το στρώμα διασύνδεσης πληροφοριών (data link layer) καθορίζει το βασικό τμήμα των πληροφοριών που θα εισέλθει ή θα αποχωρήσει από το φυσικό δίκτυο. Εδώ ελέγχονται τα σφάλματα και διορθώνονται, ζητώντας την επαναμετάδοση των τμημάτων των πληροφοριών ή των μηνυμάτων. Αυτό το στρώμα ουσιαστικά διαιρείται σε δυο υποστρώματα, το ΜΑC(Media Access Control) και το LLC (Logical Link Control). Το υπόστρωμα ΜΑC έχει ευθύνες για τον καθορισμό των δεδομένων που θα σταλούν ή θα ληφθούν και για την πρόληψη συγκρούσεων. Το υπόστρωμα LLC λειτουργεί πάνω από το στρώμα MAC και στέλνει ή λαμβάνει πακέτα δεδομένων και μηνύματα.

Το στρώμα 3, το στρώμα του δικτύου (network layer) είναι υπεύθυνο για να επιλέγει και να καθοδηγεί τα μηνύματα στους κατάλληλους προορισμούς, Συντονίζει τα μέσα για την αποστολή και την παραλαβή των μηνυμάτων. Παρέχει σε κάθε σύστημα μια μοναδική διεύθυνση στο δίκτυο, καθορίζει μια διαδρομή για να μεταφέρει μια πληροφορία στον προορισμό της, χωρίζει μεγάλες ποσότητες πληροφοριών σε μικρότερες ποσότητες και πραγματοποιεί ολοκληρωμένο έλεγχο στη διάρκεια της διαδικασίας.

Το στρώμα 4, το στρώμα μεταφοράς (transport layer) χρησιμοποιεί πρωτόκολλα για να διαμορφώσει, να αποστείλει και να κατευθύνει την πληροφορία μέσω των κόμβων του δικτύου.

Το στρώμα 5, το στρώμα επικοινωνίας (session layer) επιτρέπει σε δύο επεξεργαστές να εγκαταστήσουν και να ελέγξουν ένα δίαυλο επικοινωνίας, να πραγματοποιούν ουσιαστικά μια ανταλλαγή μηνυμάτων, ένα διάλογο μεταξύ τους. Όταν ένα μήνυμα περιέχει περισσότερα από ένα πακέτα, αυτό το στρώμα τοποθετεί στη σειρά τα πακέτα και ρυθμίζει τη ροή της κυκλοφορίας. Είναι υπεύθυνο για την επιβεβαίωση σωστών μεταφορών των δεδομένων.

Το στρώμα 6, το στρώμα παρουσίασης (presentation layer) είναι υπεύθυνο για την ερμηνεία των πληροφοριών που λαμβάνει ο ένας επεξεργαστής από τον άλλον, σε μορφή τέτοια που θα του είναι οικεία.

Το στρώμα 7, το στρώμα εφαρμογής (application layer) είναι το τμήμα της εφαρμογής στο οποίο αλληλεπιδρά άμεσα ο χρήστης. Εδώ ορίζεται ο κώδικάς του προγράμματος. Τα μηνύματα μπαίνουν στη σειρά σε αυτό το επίπεδο του OSI μοντέλου, περνούν μέσω των στρωμάτων στο φυσικό στρώμα, μετά μέσω του δικτύου στο φυσικό στρώμα του άλλου επεξεργαστή και προχωράνε προς στο στρώμα εφαρμογής του άλλου επεξεργαστή για να τρέξουν.


Communications Interface Technology

Η σύνδεση μεταξύ client και server επιτυγχάνεται μέσω ενός συνδυασμού καλωδίων και συσκευών, και λογισμικού που εκτελεί πρωτόκολλα επικοινωνίας.
 

Καλωδίωση LAN

Ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα της υλοποίησης του LAN είναι η φυσική καλωδίωση. Η επένδυση στην καλωδίωση είναι συνήθως πολύ σημαντική. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για ένα αναγκαίο γεγονός και ένα απαραίτητο έξοδο. Το κόστος υλοποίησης είναι συνήθως υψηλό και η συντήρηση απαραίτητη διαδικασία, από την ώρα της καλωδίωσης και μετά. Γενικά, το μεγαλύτερο κόστος σ’ αυτή τη διαδικασία λαμβάνει χώρα στο υλικό στρώμα (στρώμα 1 στο OSI μοντέλο).

Είναι πολύ σημαντικό να προσφέρεται μια πλατφόρμα που να υποστηρίζει δυνατές υλοποίησης LAN, σαν ένα σύστημα αρκετά ευέλικτο για να ενσωματώνει τις γρήγορες αλλαγές στην τεχνολογία.

Τα πρότυπα καλωδίωσης περιλαμβάνουν την RG-58 A/U ομοαξονική καλωδίωση (με λεπτά-καλώδια 10Base Ethernet), την ΙΒΜ Type 1 (καλυμμένα, πλεγμένα καλώδια για το Token Ring), ακάλυπτα πλεγμένα καλώδια (UTP για 10Base ή Token Ring). H Motorola έχει αναπτύξει ένα ασύρματο Ethernet LAN προϊόν, το Altair, που χρησιμοποιεί 18-GHz συχνότητες. Το WaveLAN του NCR προσφέρει υποστήριξη για λιγότερο γρήγορα ασύρματα LAN.

Η τεχνολογία του ασύρματου LAN είναι χρήσιμη και πιο προσιτή οικονομικά, όταν το κόστος στην εγκατάσταση των καλωδίων είναι υψηλό. Όταν ο εξοπλισμός μετακινείται συνεχώς, το κόστος της καλωδίωσης μπορεί να αποβεί υπερβολικό, οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις η ασύρματη τεχνολογία μπορεί να προσφέρει μια πολύ συμφέρουσα εναλλακτική λύση. Το προϊόν της Motorola χρησιμοποιεί τα πρότυπα Ethernet NICs συνδέοντας ένα σύνολο από κοντινούς σταθμούς εργασίας μαζί με ένα πομπό. Ο πομπός επικοινωνεί με ενα λήπτη για να επιτύχει η σύνδεση με τον server. Το προϊόν της NCR, to WaveLAN, είναι ένα πιο αργό προϊόν που χρησιμοποιεί ιδιωτικά πρωτόκολλα επικοινωνίας και υλικό. Γενικά πάντως η ασύρματη επικοινωνία είναι κάπως πιο αργή από την επικοινωνία με LAN καλωδίωση.
 

Ethernet IEEE 802.3 (Institute of Electrical and Electronic Engineers)

Ο Ethernet είναι ο πιο γνωστός σχηματισμός δικτύου που χρησιμοποιείται σήμερα. Το δίκτυο Ethernet έχει μια μέγιστη έξοδο των 10 Mbps. Οι πρώτες κάρτες αλληλεπίδρασης στο δίκτυο, οι NICs (Network Interface Cards) που αναπτύχθηκαν για το Ethernet ήταν πιο φθηνές από τις αντίστοιχες κάρτες NICs που αναπτύχθηκαν από την IBM για το Token Ring. Μέχρι πρόσφατα οι οργανισμοί που χρησιμοποιούσαν εξοπλισμό υπολογιστών και σταθμών εργασιών που δεν βασίζονται στην IBM είχαν λίγες επιλογές πέρα απο το Ethernet. Ακόμα και σήμερα σε ετερογενη περιβάλλοντα υπάρχουν υπολογιστές οι οποίοι χρησιμοποιούν μόνο NICs του Ethernet.

Το 10BaseT Ethernet είναι ένα πρότυπο που επιτρέπει την υλοποίηση του πρωτοκόλλου Ethernet στις τηλεφωνικές εγκαταστάσεις. Η ευκολία στη χρήση και το χαμηλό κόστος έκαναν το 10BaseT το πιο συνηθισμένο σχηματισμό δικτύου.
 

Token Ring IEEE 802.5

Η IBM χρησιμοποιεί το πρωτόκολλο του Token Ring ως πρότυπο για την σύνδεση στα προϊόντα της. Σε ένα περιβάλλον που χρησιμοποιείται ευρέως υλικό της IBM, το Token Ring είναι προτιμότερη επιλογή LAN σχηματισμού. Η χρήση του Token Ring προσφέρει έναν υψηλό βαθμό αξιοπιστίας αφού η επιτυχία σε έναν κόμβο δεν επηρεάζει κάποιον άλλο κόμβο. Μόνο η αποτυχία σε ένα νευραλγικό κεντρικό σημείο μπορεί να επηρεάσει περισσότερους από έναν κόμβους.

Το δίκτυο του Token Ring υλοποιεί ταχύτητες μετάδοσης 4 ή 16 Mbps. Παλιότερες κάρτες NIC υποστήριζαν ταχύτητα 4-Mbps μόνο, αλλά οι νεώτερες υποστηρίζουν και τις δυο ταχύτητες.
 

FDDI (Fiber Distributed Data Interface)

Η τρίτη διαδεδομένη μέθοδος για LAN είναι το FDDI. Το FDDI παρέχει υποστήριξη για 100 Mbps. Η φυσική υλοποίηση του FDDI είναι σε αστρικό σχηματισμό και παρέχει υποστήριξη για αποστάσεις άνω των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους σταθμούς.

Υπάρχουν δύο βασικές εφαρμογές για FDDI: πρώτον σαν βασικό κορμό της τεχνολογίας για αλληλοσύνδεση πολλών LANs, και δεύτερον, σαν ένα ταχύτατο μέσο στον υπολογιστή όπου ταιριάζουν ευρέως φάσματος απαιτήσεις.

Παρά την ταχύτατη μείωση του κόστους των καρτών του Token Ring και του 10 BaseT Ethernet, το κόστος του FDDI έχει μειωθεί με γοργότερο ρυθμό. Όπως φαίνεται στην εικόνα 1, το κόστος των NICs του FDDI πλησίαζε τα $550 στο τέλος του 1992 και πλησιάζει τα $400 το 1995.

εικόνα 1: Affordable FDDI
 
 

Ethernet Εναντίον Token Ring  εναντίον FDDI

Η τεχνική του Ethernet δουλεύει, καλά όταν το καλώδιο είναι ελαφρώς φορτωμένο, αλλά, εξαιτίας των συγκρούσεων που συμβαίνουν όταν μια προσπάθεια γίνεται για να βάλει πληροφορίες σε ένα απασχολημένο καλώδιο, η τεχνική προσφέρει φτωχή απόδοση όταν η χρήση του LAN υπερβάλλει το 50%. Για να ξεπεραστούν οι συγκρούσεις, ο client προσπαθεί ξανά, οπότε το δίκτυο «φορτώνεται» επιπλέον. Οι χρήστες του Ethernet αποφεύγουν αυτό το πρόβλημα δημιουργώντας «υποδίκτυα» που διαιρούν τους χρήστες του LAN σε μικρότερες ομάδες, διατηρώντας επιπρόσθετα ένα χαμηλό επίπεδο χρήσης. Εκτός από τη γενική χρησιμοποίηση του Ethernet, η εγκατάσταση του Token Ring για client-server εφαρμογές αυξάνεται με γοργό ρυθμό. Η εικόνα 2 παρουσιάζει τα αποτελέσματα μιας μελέτης εγκατάστασης για Ethernet , Token Ring και FDDI. Η ανάλυση προβλέπει μια σταθερή αύξηση στην εγκατάσταση των Τοken Ring  από το 1988 μέχρι το 1996. Ωστόσο αυτή η έρευνα δεν λαμβάνει υπόψην την δυναμική εισαγωγή μιας νέας τεχνολογίας το 1993 του ΑΤΜ.

εικόνα 2: LAN-host Connections

Όπως φαίνεται στην εικόνα 3 η επίδοση του Token Ring είναι λίγο πιο φτωχή σε LANs που είναι ελαφρώς φορτωμένα αλλά παρουσιάζουν γραμμική αύξηση όσο αυξάνεται η φόρτωση, ενώ το Ethernet παρουσιάζει εκθετική αύξηση όταν η φόρτωση πλησιάζει το 30% των δυνατοτήτων.

εικόνα 3: Ethernet, Token Ring utilization

Η εικόνα 4 παρουσιάζει την δυνατότητα αλληλοσύνδεσης με routers από εταιρίες όπως οι Cisco, Proteon, Wellfleet, Timeplex, Network Systems και 3-Com. Οι περισσότερες μεγάλες εταιρίες παρέχουν υποστήριξη για αυτά τα τρία πρωτόκολλα και εγκαθιστούν LAN σχηματισμούς όπως αυτό που φαίνεται στην εικόνα 4. Οι routers πολλών πρωτοκόλλων επιοτρέπουν στις LAN τοπολογίες να αλληλοσυνδέονται.

εικόνα 4: FDDI interoperability
 

ATM (Asynchronous Transfer Mode) Μέθοδος Ασύγχρονης Μεταφοράς

Η ΑΤΜ μέθοδος επιλέχθηκε από το CCITT ως η βάση για τις Β-ISND(Broadband Integrated Services Digital Network) υπηρεσίες της.

Η ολοκληρωμένη υποστήριξη για όλους τους τύπους προβλημάτων κυκλοφορίας προσφέρεται από την υλοποίηση πολλών υπηρεσιών, που χωρίζονται ως εξής:

 

Η δυνατότητα του ΑΤΜ να δημιουργήσει την δυνατότητα της πληροφορικής σε κάθε σημείο ειναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί επειδή το ΑΤΜ τελικά  μπορεί να υλοποιείται και στο LAN και στο WAN. Προσφέροντας μια απλή δομή δικτύου για όλες τις εφαρμογές το ΑΤΜ δίνει στους οργανωτές του δικτύου την απαιτούμενη ευελιξία να ανταποκρίνονται στις αλλάγες και στις νέες εφαρμογές (εικόνα 5).

εικόνα 5: ΑΤΜ cells

 
Hubs - Κομβικά Σημεία

Μία από τις πιο σημαντικές τεχνικές στη μετατροπή της LAN τεχνολογίας σε μια δεσπόζουσα αρχιτεκτονική μετάδοσης πληροφοριών είναι τα κομβικά σημεία (hubs).

Πρόσφατες έρευνες στις ικανότητες των κομβικών σημείων έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα LAN. Τα κομβικά σημεία, οφείλουν την επιτυχία τους στην αποτελεσματικότητα του πρωτοκόλλου 10BaseT. Γενικά, τα κομβικά σημεία παρέχουν ολοκληρωμένη υποστήριξη για διαφορετικούς σχηματισμούς (όπως Ethernet, Token Ring και FDDI) σε διαφορετικούς τύπους καλωδίωσης.

Τα κομβικά σημεία παρέχουν την απαραίτητη λειτουργία να διανέμουν δομημένα συστήματα λογισμικού και υλικού στο δίκτυο, προσφέρουν μια απλή πλατφόρμα για να υποστηρίξουν όλους τους LAN σχηματισμούς και δημιουργούν τα θεμέλια για την οργάνωση όλων των συστατικών του δικτύου.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι κομβικών σημείων. Τα workgroup κομβικά σημεία υποστηρίζουν ένα LAN τμήμα και τοποθετούνται σε μικρούς χώρους για μικρά δίκτυα. Τα wiring closet κομβικά σημεία υποστηρίζουν πολλά LAN τμήματα και σχηματισμούς, έχουν εκτεταμένες οργανωτικές δυνατότητες και μπορούν να χρησιμοποιήσουν μονάδες αλληλοσύνδεσης δικτύων, όπως τα routers, και τις γέφυρες (bridges). Τέλος, τα network center κομβικά σημεία, υποστηρίζουν πολυάριθμες συνδέσεις LAN και έχουν μεγάλη ταχύτητα και ευέλικτες δυνατότητες σύνδεσης τμημάτων LAN.

Τα κομβικά σημεία προσφέρουν μεγάλη ευελιξία στον σχεδιασμό του φυσικού σχηματισμού LAN σε μεγάλα κτήρια. Γενικά είναι διαθέσιμες ποικίλλες στρατηγικές σχεδίασης.

Η κατανεμημένη στρατηγική εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες των wiring closet κομβικών σημείων για να γεφυρώσουν κάθε LAN τμήμα σε ένα κοινό δίκτυο. Αυτή η μέθοδος ειναι πολύ σημαντικη, όπου οι αποστάσεις ειναι μεγάλες και οι προγραμματιστικές δυνατότητες μπορούν να κατανεμηθούν (εικόνα 6).

εικόνα 6: Distribution of LAN servers

Η στρατηγική collepsed παρέχει μια εναλλακτική περίπτωση που επιτρέπει την τοποθέτηση όλων των LAN servers σε ενα δωμάτιο και επίσης επιτρέπει την χρήση ενός server υψηλών επιδόσεων με πολλάπλες LAN συνδέσεις. Αυτό ειναι ιδιαίτερα ελκυστικό διότι προσφέρει ενα περιβάλλον για πιο αποτελεσματική LAN διαχείριση απο μια κεντρική ομάδα όπου οι servers ειναι εύκολα προσιτοί. Επίσης επιτρέπει την χρήση συσκευών αλληλοσύνδεσης στο δίκτυο για να γεφυρώσουν όλα τα LAN τμήματα και να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο δίκτυο (εικόνα 7)

εικόνα 7: Bridging LAN segments

Τα κομβικά σημεία είναι επίσης ένα αποτελεσματικό μέσο για να βάλει την οργάνωση των LAN σε συνεργασία επιτρέποντας τον έλεγχο και ρυθμίζοντας τις δυνατότητες απο ένα Network Management Center.Αυτό ειναι ιδιαίτερο σημαντικό καθώς τα LANs υποστηρίζονται απο μια κεντρική ομάδα.
 

Συσκευές αλληλοσύνδεσης στο δίκτυο, Γέφυρες (Bridges) και Routers

Οι συσκευές αυτές επιτρέπουν την αλληλοσύνδεση πολλών LANs σε ένα ολοκληρωμένο δίκτυο. Οι γέφυρες (bridges) παρέχουν τον τρόπο για να συνδεθούν δύο LANs μαζί -με αποτέλεσμα, να μεγαλώνει το μέγεθος του LAN, διανέμοντας το πρόβλημα της κυκλοφορίας στο δίκτυο και προχωρώντας πέρα από τους φυσικούς περιορισμούς κάθε σχηματισμού. Οι γέφυρες λειτουργούν στο στρώμα διασύνδεσης πληροφοριών για το OSI μοντέλο. Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γεφύρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μεταξύ ίδιων σχηματισμών (Ethernet με Ethernet, Token Ring με Token Ring). Η γεφύρωση Source-Rout Transparent, μια τεχνολογία που επιτρέπει την γεφύρωση μεταξύ Ethernet και Token Ring, χρησιμοποιείται σπάνια.

Αν και οι γέφυρες μπορεί να κοστίζουν λιγότερο, πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί. Η προώθηση μεγάλων συνόλων δεδομένων μπορεί να αποβεί επιβλαβής στην επίδοση του δικτύου. Οι γέφυρες ενεργούν αδιάκριτα, προωθώντας τα δεδομένα όπως ζητούνται. Σε μεγάλες αλληλοσυνδέσεις δικτύων, η μετάδοση πολλών δεδομένων από πολλές συσκευές μπορεί να δημιουργήσει συσσωρεύσεις στο δίκτυο, αφαιρώντας κατά πολύ την ισχύ του δικτύου. Αυτές οι συσσωρεύσεις δεν προβλέπονται εύκολα και μπορούν να δημιουργήσουν «πτώση» στο δίκτυο, ιδιαίτερα σε περίπλοκους σχηματισμούς δικτύων.

Σε γέφυρες του Ethernet συνήθως τίθεται σε εφαρμογή μια απλή επιλογή που απαιτεί μόνο ένα απλό μονοπάτι να είναι ενεργό προς μια κατεύθυνση.

Τα routers λειτουργούν στο στρώμα του δικτύου του OSI μοντέλου. Προσφέρουν τον τρόπο να εκτρέπεται το πρόβλημα της κυκλοφορίας του δικτύου από το ένα LAN στο άλλο. Υποστηρίζουν την μετάδοση δεδομένων ανάμεσα σε πολλούς σχηματισμούς LAN. Οι δυνατότητες και οι στρατηγικές μετάδοσης είναι γνωστές σε κάθε πρωτόκολλο δικτύου. Το IP μπορεί να καθοδηγείται από τον αλγόριθμο OSPF, που είναι διαφορετικός από αυτόν για το πρωτόκολλο του IPX/SPX του Novell. Κάποια routers μπορούν να χειρίζονται πολλά πρωτόκολλα (από 8 έως 10 διαφορετικά πρωτόκολλα).
 

TCP/IP (Transmission Control Protocol / Internet Protocol)

Πολλοί οργανισμοί ήταν αδύνατο να περιμένουν για την ολοκλήρωση των πρωτοκόλλων του OSI διαστρωματικού μοντέλου κατά τη διάρκεια του 1980. Οι κατασκευαστές και οι χρήστες υιοθέτησαν το ICP/IP(Transmission Control Protocol/Internet Protocol), το οποίο αναπτύχθηκε για τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών(δίκτυο ARPANET). Το ARPANET ήταν ένα από τα πρώτα δίκτυα διαστρωματικής επικοινωνίας. Σήμερα, το Internet είναι ένα δίκτυο παγκόσμιας διασύνδεσης πανεπιστημιακών, ερευνητικών κέντρων, εμπορικών κέντρων κλπ. Υποστηρίζει εκατομμύρια χρήστες σε όλο τον κόσμο. Επιπλέον δυνατότητες να συνδέονται με το Internet κάθε ώρα της ημέρας. Οι δυνατότητες του Internet είναι τεράστιες. Ως γνωστό, το πρωτόκολλο του TCP/IP χρησιμοποιείται σε πολυάριθμές εφαρμογές. Είναι ολοφάνερη η σημασία του στην αλληλοσύνδεση μεταξύ διαφορετικών LAN σχηματισμών. Συγκεκριμένα, το ICP/IP έχει σχεδιαστεί για να χειρίζεται επικοινωνίες μέσω «δικτύων που είναι αποτέλεσμα σύνδεσης πολλών δικτύων». Στην πραγματικότητα έχει γίνει το αυτό κάθε αυτό πρωτόκολλο για client-server συνδέσεις και υποστηρίζεται σχεδόν από κάθε υπολογιστική πλατφόρμα.

Ως γνωστόν, το πρωτόκολλο του TCP/IP χρησιμοποιείται σε πολυάριθμες εφαρμογές. Είναι ολοφάνερη η σημασία του στην αλληλοσύνδεση μεταξύ διαφορετικών LAN σχηματισμών. Στην πραγματικότητα, έχει γίνει το αυτό καθ’ αυτό πρωτόκολλο για συνδέσεις client-server και υποστηρίζεται σχεδόν από κάθε υπολογιστική πλατφόρμα.
 

TCP/IP’s Architecture

Το πρωτόκολλο του TCP/IP αποτελείται από τα ακόλουθα συστατικά: ένα πρωτόκολλο δίκτυο (IP) και την λογική της λειτουργίας του, τρία πρωτόκολλα μεταφοράς (TCP,UDP και ICMP) και μια σειρά από υπηρεσίες επικοινωνιών, παρουσιάσεων και εφαρμογών. Ακολουθούν κάποιες λεπτομέρειες γι’ αυτά.
 

Internet protocol

Το IP αντιπροσωπεύει το στρώμα του δικτύου και είναι ισοδύναμο με το IP του OSI ή το X.25. Σε κάθε σύστημα δίνεται μια μοναδική διεύθυνση στο δίκτυο, εφόσον το σύστημα είναι συνδεμένο σε κάποιο LAN ή κάποιο WAN. Το σύστημα έχει σαν επακόλουθο τα πρωτόκολλα αποστολής και τα χαμηλότερα επίπεδα λειτουργιών, όπως το network-to-physical ARP(Address Resolution Protocols). Τα πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται συνήθως είναι τα RIP, OSPF, IGRB και το CISCO’s πρωτόκολλο. Το OSRF έχει υιοθετηθεί ως το πρότυπο επιθυμητό πρωτόκολλο για μεγάλα δίκτυα.
 

Transport protocol

Το TCP παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς στο IP. Απαιτεί την επικοινωνία μεταξύ των δυο τμημάτων για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Εξασφαλίζει την μετάδοση των δεδομένων, τη διόρθωση των σφαλμάτων και τον πλήρη έλεγχο κατά την διεργασία. Το TCP παρέχει το είδος της επικοινωνίας που οι χρήστες και τα προγράμματα επιθυμούν να έχουν σε τοπικά συνδεδεμένα συστήματα.
 

Telnet

Το Telnet είναι μια εφαρμογή που χρησιμοποιεί TCP. Υποστηρίζει συνδέσεις τύπου «χρήστη-προς-οικοδεσπότη» μέσα στο δίκτυο. Αποτελείται από δυο διαφορετικά τμήματα: το τμήμα του client που παρέχει υπηρεσίες πρόσβασης στον οικοδεσπότη και το τμήμα του server που παρέχει υπηρεσίες που προσπελάζονται από τους clients. Κάθε λειτουργικό σύστημα, όπως το ΟS/2 και τα Windows, μπορούν να προσφέρουν υποστήριξη για την υπηρεσία Telnet, επιτρέποντας σε ένα απόμακρο χρήστη να συνδεθεί και να χρησιμοποιήσει αυτή την μέθοδο.
 

FTP (File Transfer Protocol)

Το FTP χρησιμοποιεί TCP για να παράσχει δυνατότητα μεταφοράς αρχείων σε εφαρμογές. Το FTP περιλαμβάνει το τμήμα του client και το τμήμα του server. Ο server του FTP περιμένει την έναρξη της επικοινωνίας με τον client του FTP, περιμένοντας την αίτηση του τελευταίου. Η μεταφορά των αρχείων μπορεί να πραγματοποιηθεί και από τις δυο κατευθύνσεις και υποστηρίζει δυνατότητα μεταφοράς ASCII και δυαδικών αρχείων. Το FTP προσφέρει ένα απλό τρόπο για να πραγματοποιείται διανομή λογισμικού σε χρήστες, servers και σε σταθμούς εργασίας.
 

Simple Network Management Protocol (SNMP)

Το SNMP παρέχει την λογική και τις υπηρεσίες για αποτελεσματική οργάνωση στο δυαδίκτυο. Έχει ευρέως υιοθετηθεί από τις τεχνολογίες των κομβικών σημείων, των γεφυρών (bridges) και των routers ως η προτιμούμενη τεχνολογία.

Το SNMP χρησιμοποιεί UDP για να υποστηρίζει επικοινωνίες μεταξύ του λογισμικού, που τρέχει από τις συσκευές και του «manager» που οργανώνει την επικοινωνία. Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν δυο τύποι επικοινωνίας: στην πρώτη ο «manager» ζητάει περιοδικά από το λογισμικό να παρέχει την θέση και την εμφάνιση των δεδομένων (SNMP polling) και στη δεύτερη το λογισμικό δηλώνει στον «manager» ότι έχει πραγματοποιηθεί μια αλλαγή στη θέση ή κάποια ανωμαλία (trap generation).
 

NFS (Network File System)

Το πρωτόκολλο του NFS επιτρέπει την χρήση του IP από τους servers για να μοιραστούν χώρο αποθήκευσης και αρχεία με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει σε έναν server του Novell ή του LAN Manager. Είναι χρήσιμο σε περιβάλλοντα στα οποία οι server τρέχουν διαφορετικά λειτουργικά συστήματα. Ωστόσο, δεν προσφέρει υποστήριξη για τις ίδιες δυνατότητες διαχείρισης όπως ουσιαστικά προσφέρει ένα NetWare περιβάλλον.
 

SMTP (Simple Mail Transfer Protocol)

To SNMP χρησιμοποιεί συνδέσεις TCP για να μεταφέρει ηλεκτρονικά σε χρήστες του ίδιου σταθμού εργασίας ή διαφορετικών σταθμών εργασίας σε όλο το δίκτυο. Η εξέλιξη είναι προς το δρόμο της υιοθέτησης ενός προτύπου που προσθέτει δυνατότητες πολυμέσων(MIME) στο SMTP. Η χρήση του SMTP είναι ευρεία στο διαδίκτυο, αφού επιτρέπει σε κάθε χρήστη να προσεγγίσει άλλους χρήστες, οπουδήποτε και αν βρίσκονται αυτοί. Τα περισσότερα συστήματα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία περιέχουν μια προσέγγιση στο SMTP.
 

TCP/IP και Interworks

Το περιβάλλον των συνδεδεμένων LANs περιέχει μερικά από τα ίδια χαρακτηριστικά που βρίσκουμε στο περιβάλλον για το οποίο σχεδιάστηκε το TCP/IP.

Συγκεκριμένα:

Vendor Products

Ένας από τους βασικούς κατασκευαστές που παρέχουν υποστήριξη στο TCI/IP για ετερογενή LANs είναι το FTP software of Wakefield, Massachusetts, το οποίο έχει αναπτύξει το Clarks on Packet Drivers. Αυτοί οι οδηγοί επιτρέπουν σε πολλά πρωτόκολλα να μοιραστούν τον ίδιο προσαρμογέα δικτύου. Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, αν όχι απαραίτητο, για σταθμούς εργασίας που εκμεταλλεύονται τις υπηρεσίες αρχείων και εκτυπώσεων ενός NetWare server, καθώς προσπελάζουν μια client-server εφαρμογή που τοποθετεί σε ένα Unix ή έναν Mainframe server. H IBM και η Digital μαζί παρέχουν υποστήριξη για TCP/IP σε όλες τις πτυχές των προϊόντων τους.

Interprocess Communication

Στην κορυφή του OSI μοντέλου, τα IPCs (Interprocess Communications) καθορίζουν την μορφή του στρώματος εφαρμογών. Στο client-server μοντέλο, υπάρχει πάντα ανάγκη για επικοινωνία μεταξύ client και server. Τα IPCs εκμεταλλεύονται τις υπηρεσίες που προσφέρονται από πρωτόκολλα, όπως του TCP/IP, του IPX/SPX του Novell, κτλ. Στην πραγματικότητα, ένα πλήθος από IPCs εμπλέκονται στις περισσότερες client-server εφαρμογές, ακόμα και αν δεν είναι ορατές στον προγραμματιστή. Για παράδειγμα, κάποιος που προγραμματίζει χρησιμοποιώντας εργαλεία ORACLE καταλήγει να δημιουργεί κώδικα που χρησιμοποιεί τις δυνατότητες IPC σε SQL*net, που παρέχει την επικοινωνία μεταξύ της client εφαρμογής και του server.

Η χρήση του IPC είναι ολοφάνερη σε πολυεπεξεργαστικά λειτουργικά περιβάλλοντα. Οι διάφορες ενεργές εργασίες εκτελούνται ανεξάρτητα και λαμβάνουν αιτήσεις και στέλνουν απαντήσεις μέσω του κατάλληλου IPC πρωτοκόλλου.

Τα IPCs μπορούν να προσφέρουν τις ακόλουθες υπηρεσίες:

Peer-to-Peer Πρωτόκολλο (Πρωτόκολλο Ισοτιμίας)

Είναι ένα πρωτόκολλο, το οποίο υποστηρίζει την επικοινωνία μεταξύ ισοδύναμων. Αυτός ο τύπος επικοινωνίας χρειάζεται για να συγχρονίζονται οι κόμβοι που εμπλέκονται στην client-server εφαρμογή του δικτύου και για να προωθούνται αιτήσεις μεταξύ τους.

Το πρωτόκολλο αυτό είναι αντίθετο προς το παραδοσιακό πρωτόκολλο τερματικό-προς-οικοδεσπότη (terminal-to-host protocol). Το τελευταίο περικλείει ιεραρχική συγκρότηση στην οποία όλες οι επικοινωνίες ξεκινάνε από τον οικοδεσπότη. Τα πρωτόκολλα των NetBIOS, APPC και Named Pipes παρέχουν υποστήριξη για την peer-to-peer επεξεργασία.
 

NetBIOS

Το NetBIOS (Network Basic I/O System) είναι ένα σύστημα διασύνδεσης μεταξύ των στρωμάτων της μεταφοράς και της επικοινωνίας του OSI μοντέλου και αναπτύχθηκε από την IBM και την Sytek για σύνδεση προσωπικών υπολογιστών. Χρησιμοποιείται από το DOS και το OS/2 και υποστηρίζεται συνήθως από το TCP/IP. Πολλές στο NetBios νεώτερες υλοποιήσεις UNIX περικλείουν την διασύνδεση του NetBios με όνομα RFC για να προσφέρει υποστήριξη server αρχείων για clients του DOS.

Το NetBIOS είναι σήμερα ένα σταθερό πρότυπο για φορητές εφαρμογές του δικτύου, εξαιτίας της προέλευσης του από την IBM και την υποστήριξή του για το Ethernet, το Token Ring, το ARCnet, το StarLAN.

Οι εντολές του NetBIOS προσφέρουν τις ακόλουθες υπηρεσίες:

APPC (Application Program-to-Program Communication)

Το πρωτόκολλο του APPC προσφέρει την απαραίτητη υποστήριξη του IPC για peer-to-peer επικοινωνία διαμέσου ενός δικτύου SNA. Το πρωτόκολλο μπορεί να υλοποιηθεί στην πλατφόρμα του IBM. Σε αντίθεση με το NetBIOS ή τα Named Pipes, το APPC προσφέρει LAN και WAN υποστήριξη για να συνδεθεί με ένα SNA δίκτυο, που μπορεί να αλληλοσυνδέσει πολλά δίκτυα.

H IBM καθόρισε LU6.2 πρωτόκολλο για να υποστηρίξει την ανάγκη ανταλλαγής σημάτων επικοινωνίας για επεξεργασία ανάμεσα σε υπολογιστές. Οι περισσότεροι κατασκευαστές παρέχουν άμεση υποστήριξη για LU6.2 πρωτόκολλα και έχουν συμφωνήσει να ορίζουν το πρωτόκολλο ως τμήμα του προτύπου ΟSI για εφαρμογές peer-to-peer.

Οι προγραμματιστές δεν έχουν ανάγκη ή δικαίωμα να δουλέψει με την LU6.2 άμεσα. Ακόμα και με τις υπηρεσίες που προσφέρονται από τα APIs όπως το APPC, η διασύνδεση είναι αδικαιολόγητα πολύπλοκη, και οι ευκαιρίες για κακή χρήση είναι ουσιαστικές. Οι κατασκευαστές, όπως η PeerLogic, προσφέρουν πολύ καλά προγράμματα διασύνδεσης που επιτρέπουν στα προγράμματα να καλούν συναρτήσεις από την C.

Οι γλώσσες υψηλού επιπέδου όπως η Windows 4GL, προσπελάζει προϊόντα του δικτύου, όπως το Ingres Net που υλοποιείται στον client και στον server (ή την SQL*Net στη περίπτωσή της Oracle’s).

Αυτά τα προϊόντα, βασικά απεικονίζουν πέντε ή έξι στρώματα του OSI μοντέλου, δημιουργεί LU6.2 αιτήσεις για να προσπελάσει απόμακρούς πίνακες SQL και καλεί απομακρυσμένες διαδικασίες. Αυτά τα προϊόντα περιλαμβάνουν όλο τον απαραίτητο κώδικα για να χειρίζονται περιπτώσεις σφαλμάτων, να διαχειρίζονται μεταφορές και γενικά να απομακρύνουν την πολυπλοκότητα από τις εφαρμογές.

Η ισχύς του LU6.2 δεν εμφανίζεται χωρίς πολυπλοκότητα. Η ΙΒΜ το έχει ορίσει αυτό ως CPI-C(Common Programmes Interface for Communications). To APPC(Application Program-to-Program Communication) είναι το API που χρησιμοποιείται από προγραμματιστές εφαρμογών που καλούν LU6.2 υπηρεσίες. Ένας ικανός προγραμματιστής συστημάτων VTAM πρέπει να εγκαθιστά την επικοινωνία ανάμεσα του LAN κόμβο και το SMA δίκτυο. Η αποτελεσματική χρήση του APPC επιτυγχάνεται με την χρήση υπηρεσιών διασύνδεσης εφαρμογών που απομονώνουν τα χαρακτηριστικά του APPC από τον developer. Αυτές οι υπηρεσίες πρέπει να δημιουργούνται μια φορά και να επαναχρησιμοποιούνται από όλες τις εφαρμογές σε κάθε εγκατάσταση.
 

Named Pipes

Τα Named Pipes είναι IPCs που υποστηρίζουν την peer-to-peer επεξεργασία με τον όρο της αμοιβαίας επικοινωνίας ανάμεσα σε ξεχωριστές επεξεργαστές στην ίδια μηχανή ή μέσα στο LAN. Ουσιαστικά εδώ δεν υπάρχει υποστήριξη WAN. Τα Named Pipes είναι OS/2 IPCs. Ο server δημιουργεί τον δίαυλο (pipe) και περιμένει τον client για να τον προσπελάσει. Πολλοί clients μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον ίδιο δίαυλο μαζί. Είναι εύκολά στη χρήση, συμβατά στα συστήματα αρχείων και προσφέρουν τοπική και απόμακρη υποστήριξη. Παρέχουν στο IPC την επιλογή για client-server λογισμικό που δεν απαιτεί τον συγχρονισμό ή WAN χαρακτηριστικά του APPC.

Τα Named Pipes προσφέρουν ισχυρή υποστήριξη για πολλά- προς-ένα IPCs. Εκμεταλλεύονται τις υπηρεσίες οργάνωσης και συγχρονισμού του OS/2 και του UNIX. Γενικά, προσφέρουν τα ακόλουθα:

Η χρήση ενός RPC σε ένα named pipe είναι αποτελεσματική, επειδή επιτρέπει στον client να μορφοποιήσει μια αίτηση σε ένα δίαυλο (pipe) χωρίς να γνωρίζει την τοποθεσία του server. Ο server είναι διαθέσιμος στον client σε κάποια πλατφόρμα και η απάντηση επιστρέφεται μέσω του διαύλου (pipe). Αυτή η δυνατότητα είναι πολύ εύκολη στη χρήση.

Ένα από τα πρώτα client-server OLTP(Online Transaction Processing) προϊόντα, το Ellipse, είναι ανεξάρτητα από κάθε μέθοδο επικοινωνίας, αν και απαιτεί πλατφόρμα δικτύου για να έχει κάποια αντίληψη μεταφορών. Ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που η Cooperative Solutions διάλεξε το OS/2 και το LAN Manager ως Pipes πρωτόκολλο, που υποστηρίζει την μεταφορά των δεδομένων χρησιμοποιώντας threads εντός των επεξεργασιών.

Η Ellipse χρησιμοποιεί τα Named Pipes για client-server επικοινωνίες στον server ανάμεσα στον server εφαρμογής Ellipse και το server βάσεων δεδομένων, για να αποθηκεύσει τις οδηγίες του μηχανήματος και να μειώνει ουσιαστικά το πρόβλημα της κυκλοφορίας στο δίκτυο. Η Ellipse επιτρέπει να γίνονται διάλογοι μεταξύ client και server είτε ανάμεσα στην διαδικασία του Ellipse client και την διαδικασία του Ellipse server είτε ανάμεσα στην διαδικασία του Ellipse client και DBMS server, παρακάμπτοντας την διαδικασία του Ellipse server. Στις περισσότερες εφαρμογές, οι clients συναλλάσσονται με τον DBMS server μέσω του Ellipse server, o οποίος είναι σχεδιασμένος για να μειώνει τον αριθμό των ερωτήσεων-απαντήσεων ανάμεσα στους clients και τους servers, συντονίζοντας τα τμήματα των δεδομένων που ταιριάζουν στο client και τους DBMS server.

H Ellipse μπορεί να εγκαταστήσει τον διάλογο ανάμεσα στους clients και τους servers. Χρησιμοποιεί ένα Named Pipe για να δημιουργήσει κάθε σύνδεση του client με τον SQL server. Επίσης χρησιμοποιεί μια ξεχωριστεί διαδικασία για διασύνδεση των Named Pipes ανάμεσα στον Ellipse server και τον SQL server.

Ακόμα μπορεί να πραγματοποιήσει άλλες εργασίες. Για παράδειγμα χρησιμοποιεί έναν Named Pipe για να μιμηθεί δρομείς σε έναν SQL server DBMS. Οι δρομείς είναι εύκολος τρόπος για να διαπεράσουμε μια σειρά από SQL δηλώσεις σε μια εφαρμογή (η Sybase δεν έχει δρομείς). Η Ellipse διαθέτει ένα Named Pipeι για να μιμηθεί αυτή την λειτουργία, περνώντας πολλές SQL δηλώσεις προς το DBMS. Ένας SQL server αναγνωρίζει μόνο ένα Named Pipe για κάθε χρήστη, οπότε η Ellipse εναλλάσσει την κύρια διαδικασία με άλλες δευτερεύουσες.

Από την άλλη πλευρά του UNIX, το TCP/IP με τις δυνατότητες των Socket Libraries εμφανίζεται να είναι πιο συνηθισμένη υλοποίηση. Το TCP/IP υποστηρίζει πολλές μεταφορές δεδομένων αλλά μόνο ως ξεχωριστές διαδικασίες.
 

Anonymous Pipes

Τα Anonymous Pipes είναι μια δυνατότητα του OS/2 που προσφέρει ένα IPC για client-server επικοινωνίες σε ένα πολυεπεξεργαστικό περιβάλλον. Εδώ μια εργασία (parent task) δημιουργεί άλλες εργασίες (children tasks) για να πραγματοποιήσουν ασύγχρονη επεξεργασία. Παρέχει μια ενδιάμεση αμετάβλητη μνήμη, που χρησιμοποιείται και για διάβασμα και για εγγραφή. Τα τελευταία είναι οι βασικοί μηχανισμοί ελέγχουν κοινών πόρων για το OS/2. Αυτό είναι ένα πολύ καλό σε επίδοση μέσο επικοινωνίας όταν η καταστροφή ή ο τερματισμός των βασικών εργασιών (parent tasks) απαιτούν και τον τερματισμό των άλλων εργασιών(children tasks).
 

Semaphores

Ο συγχρονισμός των επεξεργασιών απαιτείται, όποτε χρησιμοποιείται η επεξεργασία με κοινούς πόρους. Τα semaphones ορίζουν τους μηχανισμούς που επιβεβαιώνουν ότι παράλληλες επεξεργασίες ή threads δεν παρεμβαίνουν σε άλλα. Η πρόσβαση σε έναν κοινό πόρο πρέπει να τοποθετείται με τη σειρά με κάποιον κοινά αποδεκτό τρόπο. Τα semaphones είναι οι υπηρεσίες που συνήθως προσφέρουν αυτόν τον συγχρονισμό.

Τα semaphones μπορούν να χρησιμοποιούν δίσκους ή D-RAME για να αποθηκεύουν την κατάστασή τους. Ο δίσκος είναι πιο αξιόπιστος και αργός αλλά είναι απαραίτητος όταν οι λειτουργίες πρέπει να αποσυρθούν μετά από αποτυχία και πριν την επανεκκίνηση. Τα D-RAME είναι γρηγορότερα αλλά υποφέρει από την απώλεια της ακεραιότητας του, όταν υπάρχει ένα σφάλμα στο σύστημα που απαιτεί από το D-RAME να ανανεώνεται κατά την ανάκτηση. Πολλές μεγάλες λειτουργίες χρησιμοποιούν έναν συνδυασμό των δύο αυτών τύπων.
 

Shared Memory

Παρέχει ένα IPC όταν η μνήμη είναι προσδιορισμένη σε ένα γνωστό τμήμα. Όποια επεξεργασία γνωρίζει αυτό το τμήμα, μπορεί και να το μοιραστεί. Κάθε επεξεργασία είναι υπεύθυνη για τις τεχνικές της υλοποίησης του συγχρονισμού για να επιβεβαιώνει την ακεραιότητα των ενημερώσεων. Οι πίνακες είναι ουσιαστικά υλοποιημένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχουν ταχεία πρόσβαση στην πληροφορία που δεν ενημερώνεται συχνά.
 

Queues (Ουρές)

Παρέχουν ένα IPC δίνοντας τη δυνατότητα σε πολλές επεξεργασίες να προσθέτουν πληροφορίες σε μια σειρά και μια απλή επεξεργασία για να μετακινεί τις πληροφορίες. Με αυτόν τον τρόπο, οι αιτήσεις μπορούν να δημιουργούνται και να πραγματοποιούνται ασύγχρονα. Τα Queues (Ουρές) μπορούν να λειτουργούν μέσα σε ένα μηχάνημα ή ανάμεσα σε δυο μηχανήματα μέσω ενός LAN ή ενός WAN. Οι servers αρχείων χρησιμοποιούν ουρές (queues) για να συλλέξουν απαιτήσεις πρόσβασης σε δεδομένα από πολλούς clients.
 

Dynamic Data Exchange (Δυναμική Aνταλλαγή Δεδομένων)

Μέσω ενός συνόλου από APIs, τα Windows και το OS/2 παρέχουν κλήσεις που υποστηρίζουν το πρωτόκολλο DDE (Dynamic Data Exchange) για ανταλλαγή πληροφοριών μέσω εφαρμογών. Τα DDE μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ισχυρών συνδέσμων (hot links) ανάμεσα σε εφαρμογές στις οποίες τα δεδομένα μπορούν να τροφοδοτούνται από παράθυρο σε παράθυρο χωρίς την μεσολάβηση διακοπών. Για παράδειγμα, ένας ισχυρός σύνδεσμος μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα σε ένα 3270 screen session και ένα αρχείο επεξεργασίας κειμένου. Τα δεδομένα συνδέονται από το παράθυρο 3270 στο αρχείο επεξεργασίας κειμένου. Όταν το μέσο πρόσβασης του δεδομένου αλλάξει στο πρώτο παράθυρο αλλάζει το μέσο και το αρχείο κειμένου. Το μέσο πρόσβασης ενός αριθμού λογαριασμού από το 3270 screen transaction μπορεί να συνδεθεί με μία LAN βάση δεδομένων. Καθώς προστίθεται ένας νέος αριθμός λογαριασμού στην LAN βάση δεδομένων, δημιουργούνται νέα 3270 screen sessions και το σχετικό δεδομένο συνδέεται με το αρχείο κειμένου. Αυτό το κείμενο μπορεί, στη συνέχεια, να εκτυπωθεί.

Το DDE υποστηρίζει τη δημιουργία χλυαρών συνδέσμων (warm links), ώστε ο server εφαρμογών να τονίζει στον client ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει και ο client μπορεί να θέσει μια ρητή αίτηση για να τα λάβει. Αυτός ο τύπος του συνδέσμου είναι ελκυστικός όταν ο ρυθμός των αλλαγών στο server είναι τόσο μεγάλος ώστε ο client να μην προτιμά να επιβαρυνθεί με την επαναλαμβανόμενη αυτή επεξεργασία. Εάν ο σύνδεσμος πάψει να υπάρχει σε κάποιο σημείο, χρησιμοποιείται ένας χλυαρός(warm) παρά ένας ισχυρός (hot) σύνδεσμος για να επιβεβαιώσει ότι η επανάληψη των τελευταίων δεδομένων είναι διαθέσιμη.

Μπορούμε να δημιουργήσουμε συνδέσμους αιτήσεων που επιτρέπουν την άμεση λειτουργία αντιγραφής-και-επικόλλησης ανάμεσα στον server και το client χωρίς την ανάγκη ενδιάμεσου clipboard. Επίσης η μη ικανοποίηση της αλλαγής των δεδομένων από τον server εφαρμογών είναι διαθέσιμη.

Επίσης μπορούμε να ορίσουμε συνδέσμους εκτέλεσης που επιτυγχάνουν την εκτέλεση μιας εφαρμογής που ελέγχεται από μια άλλη. Αυτό προσφέρει τη δυνατότητα μιας εύκολης στη χρήση μαζικής επεξεργασίας.

Τα DDE προσφέρουν πολλές δυνατότητες επέκτασης των εφαρμογών. Αυτές οι δυνατότητες, που είναι διαθέσιμες στον χρήση, επεκτείνουν την ευκαιρία για εμπλουτισμό των εφαρμογών από τους ίδιους τους χρήστες.
 

RPC (Remote Procedure Calls )

Γενικά, οι clients χρησιμοποιούν RPCs για να υποβάλλουν αιτήσεις απομακρυσμένων υπηρεσιών. Οι clients στέλνουν στις απομακρυσμένες υπηρεσίες κάποιες παραμέτρους εισόδου και λαμβάνουν παραμέτρους εξόδου, που είναι τα αποτελέσματα των αιτήσεων . Ένα RPC είναι η μέθοδος με την οποία ένας επεξεργαστής ενεργοποιεί έναν άλλο επεξεργαστή, ο οποίος ανήκει σε ένα απομακρυσμένο σύστημα. Στη διάρκεια ενός RPC, ο client στέλνει μια αίτηση στον δίκτυο. Ο server περιμένει για αιτήσεις. Όταν λάβει μια αίτηση, ο server εκτελεί την απαιτούμενη διαδικασία και δημιουργεί την απάντηση. Η απάντηση μεταβιβάζεται μέσω του δικτύου στον client. Τα RPCs είναι η ραχοκοκαλιά της client-server αρχιτεκτονικής.

Πολλοί προγραμματιστές αναπτύσσουν κώδικες, χρησιμοποιώντας δομημένες τεχνικές και υπορουτίνες εδώ και χρόνια. Σήμερα αυτές οι υπορουτίνες πρέπει να τοποθετούνται «κάπου», ώστε να είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται από τον καθένα. Οι RPCs προσφέρουν αυτή την δυνατότητα: καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει οι προγραμματιστές να στέλνουν αιτήσεις σε απόμακρους σταθμούς και οι σταθμοί να τις αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται σωστά. Εάν μία εφαρμογή αποστέλλει μία αίτηση και αυτή είναι ενσωματωμένη σε μία RPCs, η αίτηση μπορεί να είναι τοποθετημένη οπουδήποτε μέσα στο δίκτυο στο οποίο έχει την δυνατότητα να προσπελάσει ο χρήστης. Οι συνδέσεις μεταξύ των Clients και των Servers μέσω μίας RPC είναι εγκαταστημένες στο στρώμα μεταφοράς του OSI μοντέλου. Επιπλέον, η ευκολία των RPCs προσφέρει την κλήση και την εκτέλεση αιτήσεων από επεξεργαστές, που λειτουργούν υπό διαφορετικά λειτουργικά συστήματα και που χρησιμοποιούν διαφορετικές πλατφόρμες υλικού από αυτά του χρήστη.

Οι Sun RPCs, που αναπτύχθηκαν από την Netwisc, ήταν οι πρώτες σημαντικές εφαρμογές των RPCs. Αυτές είναι οι πιο ευρέως διαδεδομένες RPCs σήμερα. Η Sun περιλαμβάνει αυτές τις RPCs ως ένα τμήμα της σειράς εργαλείων για ONC (Open Network Computing). Η ONC παρέχει μία σειρά από εργαλεία που υποστηρίζουν την ανάπτυξη client/server εφαρμογών. H Open Software Fountation (OSF) τις Hellet-Packard και Apollo RPC για να είναι τμήμα του κατανεμημένου προγραμματιστικού της περιβάλλοντος. Αυτή η RPC υποστηρίζεται τώρα από τις Digital Equipment Corporation, Microsoft, IBM, Locus Computing Corp. και Transarc. Επίσης η OSI πρότεινε ένα πρότυπο για λειτουργίες που μοιάζουν με RPCs και που ονομάζεται ROSE (Remote Operation Service).

εικόνα 8: The evolution of RPCs

Οι προγραμματιστές που επιθυμούν να δημιουργήσουν εφαρμογές με την δυνατότητα της χρήσης των RPCs, για παράδειγμα για έναν οργανισμό, μπορούν να δημιουργήσουν μία αρχιτεκτονική, ως τμήμα του περιβάλλοντος ανάπτυξης των συστημάτων του οργανισμού, που να υποστηρίζει τις RPCs, εφόσον είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο στην πλατφόρμα του.

Από την στιγμή που ένας μεγάλος αριθμός επεξεργαστών λειτουργεί με την επίδραση των RPCs, οι προοπτικές που ανοίγονται για την δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ client και server είναι πολύ σημαντικές. Μία πολύ σημαντική εφαρμογή της χρήσης των RPCs είναι η peer-to-peer επικοινωνία μεταξύ client και server. Αυτή η μορφή επικοινωνίας δεν είναι συνώνυμη με την δυνατότητα του ηλεκτρονικού ταχυδρομeίου (e-mail), όπου τα μηνύματα που αποστέλλονται αποθηκεύονται στην διεύθυνση του παραλήπτη και, μετά την ανάγνωσή τους, ακολουθεί η απάντηση. Αντίθετα, στην περίπτωση των RPCs, επιτυγχάνεται άμεση επικοινωνία μεταξύ των επεξεργαστών (program-to-program communication) με την δυνατότητα της άμεσης ανταπόκρισης, χωρίς να είναι χρειάζεται απαραίτητα ο τερματισμός της επεξεργασίας για την αναμονή των αποτελεσμάτων.

Το Unix της Mach είναι το πρώτο σημαντικό λειτουργικό σύστημα, που παρείχε αυτή την εφαρμογή της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ client και server. Οι επιδόσεις και η λειτουργικότητα του Unix είναι πολύ ελκυστικές για συστήματα που απαιτούν μεγάλο βαθμό επικοινωνίας μεταξύ επεξεργαστών. Το λειτουργικό σύστημα NeXT εκμεταλλεύεται την εφαρμογή της άμεσης επικοινωνίας για να υλοποιήσει αντικειμενοστρεφή λειτουργικά συστήματα.

Το πλεονέκτημα της άμεση επικοινωνία μεταξύ των επεξεργαστών (program-to-program communication) είναι εμφανές όταν οι επεξεργαστές εμπλέκονται σε πολλές ταυτόχρονες επεξεργασίες. Είναι φανερό το πως οι servers θα εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα. Ωστόσο, η χρήση αυτή στον σταθμό του client, αν και είναι σημαντική, είναι λιγότερο ορατή. Οι client εφαρμογές που απαιτούν άμεσες σχέσεις μεταξύ επεξεργαστών προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες και δυνατότητες για αυτού του είδους την επικοινωνία. Για παράδειγμα, σε μία εφαρμογή διαχείρισης κειμένων, οι παράλληλες λειτουργίες που υποστηρίζουν την διόρθωση του κειμένου, τον διαχωρισμό των λέξεων με παύλες, την σελιδοποίηση, την τοποθέτηση δεικτών είναι δυνατόν να είναι ενεργοποιημένες στον σταθμό του client.

Μία δεύτερη σημαντική απαίτηση είναι η σύνδεση. Κάθε επεξεργαστής πρέπει να εμφανίζει τις πληροφορίες μέσω ενός συνεπούς μοντέλου για να αποτρέψει την ανάγκη για συχνές μετατροπές και διαδοχικές ασυμβατότητες στο αποτέλεσμα.

Το NeXTStep, το NeXT περιβάλλον ανάπτυξης, χρησιμοποιεί PostScript και SGML (Standard Generalized Makeup Languege) για να προσφέρει μια συνεπή εμφάνιση των πληροφοριών που βασίζονται σε κείμενο. Το LU6.2, που έχει τις peer-to-peer προδιαγραφές προσφέρει υποστήριξη την παράλληλη μεταφορά μειώνοντας κατά πολύ τα έξοδα που έχουν σχέση με πολλά RPCs. Η IBM έχει κατοχυρώσει αυτή την τεχνολογία για το OSF/1.
 

OLE (Object Linking and Embedding)

Έχει σχεδιαστεί για να επιτρέπει στους χρήστες να επικεντρώνεται στα δεδομένα-συμπεριλαμβανομένου λέξεων, αριθμών και γραφικών-παρά στο λογισμικό που απαιτείται για τη διαχείριση των δεδομένων. ‘Ένα αρχείο κειμένου, για παράδειγμα, γίνεται μία συλλογή από αντικείμενα, παρά ένα αρχείο. Κάθε αντικείμενο καλεί το λογισμικό που το διαχειρίζεται. Οι εφαρμογές που έχουν την δυνατότητα χρήση OLE προσφέρουν ένα API που περνάει την περιγραφή του αντικειμένου σε οποιαδήποτε άλλη εφαρμογή που καλεί το αντικείμενο.

Wide Area Network Technologies

Η σημασία του WAN είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα. Στα δίκτυα τύπου τερματικό-προς-οικοδεσπότη (terminal-to-host), το πρόβλημα της κυκλοφορίας, που δημιουργείται από τις εφαρμογές, μπορεί να αποτελέσει ένα μοντέλο και μετά το δίκτυο να ανασχηματιστεί ανάλογα, επιτρέποντας την αποτελεσματική χρήση όλου του φάσματός του. Με τις συνενώσεις των LAN και με εφαρμογές που επιτρέπουν στους χρήστες να μεταφέρουν μεγάλα αρχεία (όπως μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) και εικόνων, αυτή η δημιουργία του μοντέλου είναι πολύ πιο δύσκολη να πραγματοποιηθεί.

Η πρόβλεψη των απαιτήσεων των εφαρμογών είναι κάτι που ανήκει πλέον στο παρελθόν. Καθώς οι υλοποιητές των εφαρμογών έχουν στη διάθεσή τους εργαλεία για άμεση ανάπτυξη εφαρμογών και καθώς οι δυνατότητες οργάνωσης των συστημάτων επιτρέπουν την εύκολη ανάπτυξη αυτών των εφαρμογών, ο κύκλος ζωής της ανασχεδίασης και της υλοποίησης του δικτύου έχει μειωθεί δραματικά. Οι αλλαγές είναι ακόμα πιο δραματικές καθώς η μετάθεση από το περιβάλλον του συγκρεντρωτικού «υπολογιστή-οικοδεσπότη» στο κατανεμημένο client-server περιβάλλον,εμποδίζει την χρήση οποιασδήποτε προηγούμενης εμπειρίας, που απαιτούσε το «μάντεμα» των πραγματικών απαιτήσεων του δικτύου.

Αυτοί που οργανώνουν τα δίκτυα πρέπει να αντιμετωπίζουν επιτυχών αυτές τις αλλαγές, αναζητώντας αυτές τις τεχνολογίες που θα τους επιτρέψουν να αποκτήσουν τα δίκτυα μειωμένο κόστος, και ευκολία στην ανάκτηση των νέων εφαρμογών.
 

Frame Relay

Οι υπηρεσίες Frame Relay πραγματοποιούνται όταν επιλέγονται δυο συστατικά: μια γραμμή πρόσβασης (access line) και ένα CIR(Committed Information Rate). Η ταχύτητα του CIR είναι αυτό για το οποίο ουσιαστικά πληρώνουμε πάντως. Τα Frame Relays μας επιτρέπουν, για παράδειγμα, να υπερβάλουμε αυτή την ταχύτητα κάποιες φορές για να επιτρέψουμε την αποτελεσματική μεταφορά των αρχείων.

Συχνά τα Frame Relays αναγνωρίζονται ως virtual private networks. Μοιράζονται ένα κοινό υπόβαθρο, αλλά υλοποιούν εικονικά κυκλώματα ανάμεσα στους client και τους servers, παρόμοια με τα πραγματικά κυκλώματα. Η ασφάλεια παρέχεται προσδιορίζοντας κλειστές ομάδες χρηστών, ένα χαρακτηριστικό που αποτρέπουν τις συσκευές να εγκαθιστούν εικονικές συνδέσεις με συσκευές, στις οποίες δεν επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση.

Η εικόνα 9 παρουσιάζει ένα τυπικό σενάριο για μια frame relay υλοποίηση.

εικόνα 9:Frame relay implementation
 

SMDS (Swithed Multimegabit Data Service)

Είναι μια υπηρεσία υψηλής ταχύτητας που βασίζεται στην cell relay τεχνολογία, χρησιμοποιώντας την ίδια 53-byte δομή μετάδοσης όπως το ATM. Επίσης, επιτρέπει μεικτά δεδομένα, ήχο και εικόνα και να μοιραστούν την ίδια δομή δικτύου.Το SMDS διαφέρει από το Frame Relay στο ότι είναι μια connectionless υπηρεσία. Οι προορισμοί και τα αποτελέσματα σε αυτούς τους προορισμούς δεν χρειάζεται να προκαθορίζονται

          ATM in the Wide Area Network
Τα πλεονεκτήματα του ΑΤΜ παρουσιάστηκαν παραπάνω. Το ΑΤΜ διατίθεται ως υπηρεσία σε ιδιωτικές υποδομές.

Τα ιδιωτικά δίκτυα παροδοσιακά χρησιμοποιούνταν απο τις ΗΠΑ για δίκτυα με υψηλο πρόβλημα κυκλοφορίας με εξοπλισμούς αλληλοεπίδρασης. Ο Καναδάς και άλλες χώρες του κόσμου χρησιμοποιούσαν  τα  X.25 δίκτυα, τόσο για οικονομικούς όσο και για τεχνικούς λόγους με την εγκατάσταση των ψηφιακών γραμμών επικοινωνίας, οι τηλεφωνικές εταιρείες βρήσκουνται σε μια θέση υψηλών δυνατοτήτων. Η εικόνα 10 παρουσιάζει το κόστος ανα χιλιάδες Bits επικοινωνίας. Αυτό που είναι ενδιαφέρον δεν ειναι το  κόστος μιας μονάδας, το οποίο συνεχίζει να ελλατώνεται αλλά ο ρυθμός του κόστους ανα μονάδα  όταν αγοράζονται στα διάφορα πακέτα.Το κόστος ανα byte για ενα Τ1 κύκλωμα ειναι λιγότερο απο 1/5 του κόστους ενός 64-Kbps κυκλώματος. Σε ένα Τ3 κύκλωμα το κόστος ειναι 1/16.

Στην πραγματικότητα κοστίζει στις τηλεφωνικές εταιρείες να προσφέρουν την υπηρεσία, να ξεκινούν την κλήση και να κάνουν τον λογαριασμό. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στο κόστος για την απόσταση και μικρή για το κόστος του όγκου χωροτικότητας.

Τα LANs παρέχουν μια καλή ευκαιρία για να αναγνωρίσουν αυτές τις οικονομίες. Κάθε σταθμός εργασίας στο LAN μοιράζεται την πρόσβαση στις δυνατότητες του δικτύου μέσω των routers ή των γεφυρών. Εαν τα routers έχουν πρόσβαση σε ένα Τ1 ή Τ3 κύκλωμα, μπορεί να προσφέρει υπηρεσία στη ζήτηση κάθε σταθμού εργασίας στο LAN. Αυτό σημαίνει οτι ένας σταθμός εργασίας μπορεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρο το Τ1 για την περίοδο που απαιτείται για την μεταφορά ενός κειμένου ή ενός αρχείου.

εικόνα 10: Communication bandwidth trends. (Source: PacTEL tariffs, 1992.)

Όπως παρουσιάζει η εικόνα 11, αυτή η δυνατότητα γίνεται αναγκαία όταν η μεταφορά αναφέρεται σε ηλεκτρονικά κείμενα. Ο χρώνος της μεταφοράς  ενός χαρακτήρα ειναι μόνο 0,3 δευτερόλεπτα με το 64-Kbps κύκλωμα. Αυξάνωντας αυτή την επίδοση της μεταφοράς δεν υπάρχει παραπάνω κέρδος. Εαν η μεταφορά είναι μια απλή σελίδα, όπως ένα fax, ο χρόνος της μεταφοράς ειναι 164 δευτερόλεπτα. Φαίνεται οτι αυτή δεν ειναι μία άμεση απάντηση. Χρησιμοποιώντας  ένα Τ1 κύκλωμα, ο χρόνος μειώνεται σε 5,9 δευτερόλεπτα, και με το Τ3 κύκλωμα στα 0,2 δευτερόλεπτα. Εαν η εικόνα ειναι με χρώμα οι αντίστοιχοι χρόνοι ειναι 657, 23,5 και 0,8 δευτερόλεπτα. Σε μια client-server εφαρμογή όπου η απάντηση σε ένα ερώτημα μπορεί να είναι 10Μ, ο χρόνος μεταφοράς ειναι αντιστοιχά 1562, 55,8,  1,99 δευτερόλεπτα.

εικόνα 11: Communications throughput

Καθώς σχεδιάζεται η αρχιτεκτονική στο δίκτυο, ειναι πολύ σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψην τις απαιτήσεις των επικοινωνιών. Αυτό δεν σημαίνει μόνο το τμήμα του συνολικού προβλήματος κυκλοφορίας, αλλά επίσης το τμήμα των απαιτήσεων για τις στιγμιαίες απαιτήσεις και την απάντηση των χρηστών. Οι τεχνολογίες των ΑΤΜ επιτρέπουν την χρήση ήχου, εικόνας και δεδομένων στις ίδιες γραμμές χωρίς να προκαθορίζονται ξεχωριτά τμήματα του δικτύου για κάθε εφαρμογή.
 
 

ISDN(Integrated Servises Digital Network)

Το ISDN είναι μια τεχνολογία που επιτρέπει στην ψηφιακή τεχνολογία να λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε δύο συστήματα με έναν τρόπο, όμοιο με την χρήση τηλεφωνικών γραμμών. Οι συνδέσεις εγκαθίστανται στο τηλεφωνικό δίκτυο, αλλά προσφέρουν παραγωγή άνω των 64 Kbps. Το ISDN έχει δυο συστατικά:

Οι εφαρμογές πολυμέσων προσφέρουν πολλές υποσχέσεις για μελλοντική χρήση του ISDN. Η δυνατότητα αποστολής δεδομένων μέσω της ίδιας σύνδεσης επιτρέπει τηλεφωνικούς διαλόγους, τηλεδιάσκεψη και ολοκληρωμένες επικοινωνίες μεταξύ σταθμών εργασιών. Τα γραφικά και οι δομές δεδομένων μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους και να διατίθενται σε όσους λαμβάνουν μέρος στο διάλογο.

Network Management

Το ζήτημα της οργάνωσης του δικτύου έχει μεγάλη σημασία στις client-server εφαρμογές.Εάν τα δεδομένα ή η λογική της εφαρμογής, που είναι απαραίτητα για να λειτουργήσει αυτή η εφαρμογή, βρίσκονται σε μια τοποθεσία μακρυά από τον client, πρέπει οι οργανωτές του δικτύου να μπορούν να τα βλέπουν, ώστε να φτιαχτεί το δίκτυο. Η προετοιμασία ενός κέντρου ελέγχου του δικτύου (Network Control Center) για την διαχείριση όλων των πόρων σε ένα κατανεμημένο δίκτυο είναι μια σημαντική πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι οργανισμοί σήμερα

Τα βασικά στρώματα στην αρχιτεκτονική οργάνωσης συστημάτων είναι:

  1. Παρουσίαση (Presentatial) περιγράφει το περιβάλλον οργάνωσης και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται σε αυτό.
  2. Απλοποίηση ή Μείωση (reduction): αναφέρεται στην κατανεμημένη λογική, που ενεργεί ως ένας μεσάζων για τη διασύνδεση της οργάνωσης του δικτύου. Επιτρέπει στις πληροφορίες να συγκεντρώνονται και να φιλτράρονται, επιτρέποντας στην υπηρεσία της παρουσίασης να αποστέλλει εργασίες μέσω της χρήσης υπηρεσίας, όπως τα RPC, DME ή SMP. Αυτά προσφέρουν τα ακόλουθα:η ανταπόκριση σε προβλήματα και προειδοποιήσεις μπορεί να γίνει τοπικά και να μειωθεί η καθυστέρηση και να συντηρηθεί η διαθεσιμότητα, η κατανεμημένη λογική μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα ένα τοπικό περιβάλλον-επειδή μικρότερα περιβάλλονται τείνουν να είναι περισσότερο ομογενή και μια τέτοια λογική μπορεί να είναι οργανωμένη για να απεικονίσει τις τοπικές απαιτήσεις, μείωση στο πρόβλημα της διαχείρισης της κυκλοφορίας.
  3. Η συγκέντρωση των πληροφοριών γίνεται από αντιπροσωπευτικές συσκευές. Πιθανόν η μεγαλύτερη επένδυση στην εγκατάσταση της βάσης για την οργάνωση του δικτύου είναι η οργάνωση των συσκευών. Η οργάνωση των συσκευών μπορεί να αντιπροσωπεύει το μικρότερο τμήμα της πληροφορίας, και μπορεί να είναι ασήμαντο στην όλη εικόνα. Πάντως, καθώς αναπτύσσονται τα εργαλεία οργάνωσης του δικτύου, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι τόσο καλό όσο προσφέρεται η πληροφορία. Αυτοί οι αντιπρόσωποι συσκευών προσφέρουν αναλυτικές διαγνωστικές, αναλυτικές στατιστικές και ακριβή έλεγχο.

εικόνα 12 : Network Management

Πρωτόκολλο επικοινωνιών

Ταυτόχρονα ο client και ο server πρέπει να ακολουθούν ένα συγκεκριμένο σύνολο κανόνων όταν μετασχηματίζονται και εκπέμπονται απαιτήσεις μέσα σε ένα δίκτυο. Οι κανόνες που ακολουθούνται ονομάζονται πρωτόκολλα.

Υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες πρωτοκόλλων: τα ασύγχρονα (asynchronous), τα δυαδικά-συγχρονισμένα (binary-synchronous) και τα ψηφιακά-προσαρμοσμένα (bit-oriented). Τα δυο πρώτα πρωτοκολλά βασίζονται σε χαρακτήρες, που σημαίνει ότι το πρωτόκολλο χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο σύνολο κώδικά για μετάδοση, με κάποιους χαρακτήρες του συνόλου του κώδικα να δεσμεύονται για λειτουργίες ελέγχου. Το πρωτόκολλο που βασίζεται σε ψηφία αντιστοιχεί στο πρωτόκολλο που είναι ανεξάρτητο από συγκεκριμένο σύνολο κώδικα και δεν δεσμεύονται χαρακτήρες του κώδικα για λειτουργίες ελέγχου.

Όλα τα πρωτόκολλα επικοινωνιών εκτελούν τις ακόλουθες λειτουργίες:

Κάποια πρωτόκολλα επικοινωνίας εκτελούν επίσης τις ακόλουθες λειτουργίες:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ισχυροί servers και ισχυροί clients (fat servers και fat clients)

Εκτός από τον διαχωρισμό ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρουν, οι client-server εφαρμογές μπορούν να διακριθούν ανάλογα με το πώς η εφαρμογή κατανέμεται μεταξύ του client και του server. Το μοντέλο του ισχυρού server προσδίδει περισσότερες λειτουργίες στον server. To μοντέλοτου ισχυρού client προσδίδει περισσότερες λειτουργίες στον client. Οι Web servers είναι παραδείγματα ισχυρών servers. Οι servers βάσεων δεδομένων και αρχείων είναι παραδείγματα ισχυρών clients.

Οι ισχυροί clients είναι οι πιο παραδοσιακοί τύποι των clients-servers. Το κύριο σώμα της εφαρμογής τρέχει στην πλευρά της εξίσωσης, που ανήκει στον client. Ταυτόχρονα στον server αρχείων και τον server βάσεων δεδομένων, οι clients γνωρίζουν το πώς είναι οργανωμένες και αποθηκευμένες οι πληροφορίες στην πλευρά του server. Προσφέρουν ευλυγισία και ευκαιρίες για δημιουργία εργαλείων που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες να δημιουργήσουν τις δικές τους εφαρμογές.

Οι εφαρμογές των ισχυρών servers είναι πιο εύκολο να διαχειρίζονται και να αναπτύσσονται στο δίκτυο διότι το μεγαλύτερο μέρος του κώδικα τρέχει στους servers. Οι ισχυροί servers προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τις ανταλλαγές στο δίκτυο δημιουργώντας πιο ουσιώδη επίπεδα υπηρεσιών. Οι servers «συναλλαγών», για παράδειγμα, συμπυκνώνουν τη βάση δεδομένων. Αντί να εξάγουν ανεπεξέργαστες πληροφορίες, εξάγουν τις διαδικασίες που χειρίζονται αυτές τις πληροφορίες. Ο client στο μοντέλο του ισχυρού client προσφέρει το GUI και αλληλεπιδρά με τον server μέσω των RPCs (Remote Procedure Calls).

Κάθε client-server μοντέλο έχει την χρησιμότητά του. Σε πολλές περιπτώσεις, τα μοντέλα αλληλοσυμπληρώνονται και δεν είναι ασυνήθιστο να συνυπάρχουν σε μια εφαρμογή. Για παράδειγμα, μια εφαρμογή θα μπορούσε να απαιτεί έναν server, ο οποίος να συνδυάζει τους servers αρχείων, βάσεων δεδομένων και συναλλαγών.

Αρχιτεκτονικές Two-tier (2-στρωμάτων) και Three-tier (3-στρωμάτων) client-server

Πολλές φορές προτιμούνται να χρησιμοποιούνται όροι, όπως 2-tier, 3-tier client-server αρχιτεκτονικές αντί των όρων ισχυροί clients και ισχυροί servers. Αλλά ουσιαστικά αυτοί οι όροι βασίζονται στην ίδια βασική ιδέα. Έχουν να κάνουν με το πώς διαιρείται η client-server εφαρμογή σε λειτουργικές ενότητες, οι οποίες μετά μπορούν να ανατεθούν είτε στον client, είτε σε έναν ή περισσότερους servers.

Two-tier client-server computing

Οι client-server εφαρμογές πρώτης γενιάς εκτελούνταν γενικά με δυο λογικά στρώματα. Αυτό το μοντέλο έχει συχνά δυο στρώματα υλικού. Αυτή δεν είναι η περίπτωση όπου ο client και ο server τρέχουν ταυτόχρονα στον ίδιο υπολογιστή. Ο two-tier client-server διαιρεί την εφαρμογή σε δυο συγκεκριμένα τμήματα (τα tiers), όπου ένα τμήμα τρέχει στον client υπολογιστή και ένα ξεχωριστό τμήμα τρέχει στον server . Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κώδικας του client και του server δεν ενημερώνει, ούτεκαν γνωρίζει εάν αυτοί τρέχουν στον ίδιο υπολογιστή ή όχι. Επιπλέον, η εφαρμογή διαιρείται κατά μήκος του client και του server.

Η ποσότητα της λογικής εφαρμογής που λειτουργεί στον client ή στον server καθορίζει εάν αυτό είναι αδύνατο ή ισχυρό. Το αδύνατο υποδηλώνει ότι παρουσιάζεται μικρή ανάπτυξη της εφαρμογής και το ισχυρό ότι παρουσιάζεται ένα μεγάλο τμήμα της λογικής της εφαρμογής. Υπάρχουν ποίκιλλες διαβαθμίσεις αδυνάτου και ισχυρού. Οι αδύνατοι client είναι ελκυστικοί όταν ο client υπολογιστής έχει περιορισμένη επίδοση. Δεν υπάρχουν MIPS να χειριστούν ένα GUI, επικοινωνίες και ένα σημαντικό τμήμα της ανάπτυξης της εφαρμογής.

Οι two-tier clients-server εμφανίζονται να είναι πιο δύσκολο να αναπτυχθούν και να διατηρηθούν από ό,τι κανονικά προσδοκάται. Οι two-tier εφαρμογές δεν κλιμακώνουν καλά. Επίσης , τα εργαλεία των client-server πήραν χρόνο για να αναπτυχθούν. Η Visual Basic, η Delphi και το PowerBuilder είναι συγκεκριμένα παραδείγματα αυτού του τύπου των εργαλείων. Τα περισσότερα από αυτά τα εργαλεία είναι σε πορεία ανάπτυξης για υποστήριξη three-tier.

Three-tier Client Server Computing

Ο πιο πρόσφατος τύπος client-server computing που αναπτύσσεται είναι ο three-tier. Μερικοί άνθρωποι επίσης χρησιμοποιούν πολλαπλούς tier για να περιλάβουν οποιαδήποτε προσέγγιση που χρησιμοποιεί περισσότερους από δυο λογικούς tiers.

Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις για ανάπτυξη multi-tier client-server σήμερα. Το πιο προφανές συνεχίζει να χρησιμοποιεί εργαλεία two-tier για το GUI. Μια δεύτερη προσέγγιση που μπορεί να κερδίσει έδαφος, ειδικά για μεγάλες εργασίες, είναι ένα ενσωματωμένο εργαλείο ανάπτυξης client-server, όπως το TI΄s IEF.

Μια πρωταρχική διαφορά μεταξύ two-tier και three-tier εφαρμογών είναι η επιπλέον επίστρωση λογισμικού στο server. Όπου οι two-tier εφαρμογές τείνουν να τοποθετούν την λογική στον client και να περνούν εγγραφές στη βάση δεδομένων (ισχυρό client μοντέλο) ή να περνούν δεδομένα στη βάση δεδομένων, όπου αποθηκευμένες διαδικασίες εκτελούν την λογική της εφαρμογής (αδύνατο client μοντέλο), οι three-tier εφαρμογές τείνουν να περνούν μήνυμα μεταξύ των client και των server τμημάτων του κώδικα της εφαρμογής. Το τμήμα του server εφαρμόζει τη λογική της εφαρμογής, κατόπιν την στέλνει στη βάση δεδομένων. Η λογική της εφαρμογής συνήθως καλείται «Business Rules» στη χώρο των client -server.

Οι three-tier clients-servers προσθέτουν κάποια πολυπλοκότητα, διότι πρόκειται για ένα επιπρόσθετο κομμάτι του κώδικα που αναπτύσσεται. Τα εργαλεία και οι γλώσσες προγραμματισμού που χρησιμοποιούνται στον κώδικα του server εξαρτώνται από την πλατφόρμα του server. H Visual Basic δεν είναι κατάλληλη για εφαρμογή tier σε έναν Sun Sparc Server. Ένας UNIX server ίσως υποστηρίζει C ή C++, ενώ ένας server που βασίζεται σε Intelκαι τρέχει τα Windows NT μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει Delphi αποτελεσματικά για εφαρμογή tier. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει μια απλή απάντηση για το ποια γλώσσα χρησιμοποιείται για το τμήμα του server μιας εφαρμογής client -server, όσο δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τον server να χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα προγραμματισμού όπως ο client όταν δεν είναι κατάλληλη.

Το τμήμα του server της three-tier αρχιτεκτονικής προσθέτει κάτι σε όλη την πολυπλοκότητα της εφαρμογής. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένα πλεονεκτήματα σε μια three-tier client-server προσέγγιση. Αυτά περιλαμβάνουν:

Η κλιμάκωση βελτιώθηκε, διότι ο κώδικας του server και η βάση δεδομένων είναι χωρισμένα, μπορούν να ξεκινήσουν από ένα απλό «υπολογιστή-οικοδεσπότη» και αργότερα να χωριστούν. Πολλαπλές εφαρμογές server μπορούν να επικοινωνήσουν με μια κεντρική βάση δεδομένων ή μια εφαρμογή server μπορεί ακόμα να εξυπηρετήσει τους clients ενώ προσπελάζονται οι πολλαπλές βάσεις δεδομένων όσο το σύστημα αυξομειώνεται.

Τα χαμηλότερα προβλήματα στα δίκτυα απορρέουν από το πέρασμα μικρών μηνυμάτων στην εφαρμογή παρά από ολόκληρες εγγραφές πληροφοριών.

Η ευλυγισία κερδίζεται, διότι ο client, ο server και τα συστήματα βάσεων δεδομένων μπορούν το καθένα να αντικατασταθούν χωρίς να επηρεάζουν τα αλλά κομμάτια, δεδομένου ότι η διασύνδεση επίσης δεν αλλάζει. Για παράδειγμα, μετατρέποντας τη βάση δεδομένων από Sybase σε Oracle επηρεάζεται μόνο το τμήμα του server της εφαρμογής , όχι το client. Το να ξαναδιατυπώνεις έναν client από Visual Basic σε Delphi δεν έχει επίδραση στο υπόλοιπο τμήμα της εφαρμογής, δεδομένου ότι υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα στον κώδικα του client και τον κώδικα του server.

Πολλές από τις σημερινές εμπορικές εφαρμογές, που βασίζονται σε βάσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανόμενου και του SAP’s R/3, χρησιμοποιούν το three-tiered client-server μοντέλο για να κερδίσουν τη δυνατότητα αυξομείωσης και ευλυγισίας. Επίσης οι Web εφαρμογές είναι γενικά three-tier client-server εφαρμογές.
 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ CLIENT-SERVER COMPURTING

Ποια είναι η σημασία του client-server στην ανάπτυξη των εφαρμογών;

Η client-server αρχιτεκτονική επιτρέπει την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που παρέχουν οι clients, οι servers και το δίκτυο, όταν αναπτύσσεται μια εφαρμογή. Για να επωφεληθούμε από αυτές τις δυνατότητες, πρώτα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πιο συνηθισμένη λειτουργία μιας client-servers εφαρμογής είναι η παροχή δυνατότητας πρόσβασης του χρήστη στις πληροφορίες, αποτελεσματικά και εύκολα. Είναι αναγκαίο να ενοποιούνται ομαλά τα GUIs, οι κατανεμημένες εφαρμογές, οι συγγενικές βάσεις δεδομένων και τα δίκτυα.

Οι πληροφορίες δεν αποθηκεύονται ή ελέγχονται από κεντρικούς μεγάλους υπολογιστές (mainframes). Αντίθετα, είναι εύκολα προσπελάσιμες στους servers του δικτύου.

Από την στιγμή που το client-server computing είναι διαφορετικό από τα κλασσικά μοντέλα, αυτή ενισχύει τις αδυναμίες των παραδοσιακών μεθοδολογιών ανάπτυξης συστημάτων. Οι πληροφορίες που ελέγχονται από αυτό το σύστημα είναι περισσότερες από τις προηγούμενες αρχιτεκτονικές. Η ασφάλεια ρυθμίζεται σε διάφορα επίπεδα συμπεριλαμβανομένου των σταθμών εργασιών, των πληροφοριών και του χρόνου. Οι clients και οι servers προσδιορίζονται από το λογισμικό και όχι από το υλικό. Τα RPCs, που επιτρέπουν στον client να απαιτήσουν μια υπηρεσία από τον server, είναι πολύ σημαντικά στο client-server computing.

Αναπτύσσοντας Εφαρμογές

Η ανάπτυξη client-server εφαρμογών διαφέρει από τον παραδοσιακό προγραμματισμό. Για να αναπτύξουμε μια RPC εφαρμογή, ακολουθούνται τα παρακάτω γενικά βήματα:

    1. Προσδιορίζεται το πρωτόκολλο επικοινωνίας του client και server.
    2. Αναπτύσσονται τα clients και servers προγράμματα.
    3. Μεταγλωττίζονται τα προγράμματα.
    4. Διασυνδέονται οι βιβλιοθήκες.
    5. Εξετάζονται οι εφαρμογές τοποθετώντας τον server σε μια απομακρυσμένη μηχανή και τρέχοντας τον client τοπικά.

Εξαιτίας της πολυπλοκότητας της client-server αρχιτεκτονικής, η ανάπτυξη client-server εφαρμογών απαιτεί πιο λεπτομερή σχεδιασμό-ειδικότερα, πως να διαχωριστεί η εφαρμογή ανάμεσα στον client και τον server και πως να κατανεμηθούν οι πληροφορίες μεταξύ client και server. Οι εφαρμογές που χρησιμοποιούν RPCs είναι κατανεμημένες διότι τα RPCs είναι ουσιαστικά clients και απομακρυσμένοι server επεξεργαστές. Οι ίδιες οι εφαρμογές συνήθως διαιρούνται σε δυο τμήματα -το τμήμα του client και το τμήμα του server.

Οι clients κάνουν κλήσεις και οι servers εξυπηρετούν τις κλήσεις.

Το σύστημα διασύνδεσης των χρηστών ανήκει στον client. Εργασίες που δουλεύουν καλά στον client είναι η μορφοποίηση ερωτημάτων για τον server,η δημιουργία αναφορών και ο έλεγχος των σφαλμάτων. Η λογική της εφαρμογής στον client ονομάζεται front end.

O server, από την άλλη, βασικά ευθύνεται για την ανάκτηση, τον χειρισμό και την ασφάλεια των πληροφοριών. Φυσικά, αυτό εξαρτάται από το πώς οι πληροφορίες κατανέμονται. Η λογική της εφαρμογής στον server ονομάζεται back end.

Κατανομή πληροφοριών

Αφού αποφασιστεί ο διαχωρισμός της εφαρμογής μεταξύ του client και του server πρέπει να αποφασιστεί το πώς θα κατανέμονται οι πληροφορίες. Ένας από τους κύριους λόγους που χρειάζεται να κατανέμονται οι πληροφορίες είναι η ελαχιστοποίηση και συνεπώς ο περιορισμός των προβλημάτων στο δίκτυο.

Υπάρχουν τέσσερις βασικές επιλογές κατανομής των πληροφοριών, όπως φαίνονται παρακάτω:

Η αρχή που παίζει μεγάλο ρόλο στον καθορισμό του πως κατανέμονται οι πληροφορίες είναι η κομβική χωροθέτηση (nodal residency). Αυτό σημαίνει, ότι οι πληροφορίες είναι αποθηκευμένες πλησιέστερα στους χρήστες που τις χρειάζονται. Έτσι, εάν ένα αρχείο αναφοράς που δεν πρόκειται να αλλάζει συχνά χρησιμοποιείται από πολλαπλούς χρήστες, είναι λογικό να υπάρχουν πολλαπλά αντίγραφα αυτού του αρχείου στους clients. Εάν κάποιες πληροφορίες χρησιμοποιούνται από όλους τους clients και άλλες πληροφορίες είναι ειδικές για συγκεκριμένους clients, είναι πιο πρακτικό να αποθηκεύονται οι πρώτες πληροφορίες στον server και οι δεύτερες πληροφορίες στον client. Εάν κάποιες πληροφορίες που αλλάζουν συχνά, μπορούν να υπολογιστούν γρήγορα από υπάρχουσες πληροφορίες στον server, δεν χρειάζεται να σπαταλείται χρόνος ή χώρος για να αποθηκευτούν. Ή, εάν οι clients χρησιμοποιούν συνήθως το ίδιο τμήμα των αρχείων, είναι βολικό να αντιγράφονται τα τμήματα που χρειάζονται οι χρήστες κάθε φορά που απαιτούν τις πληροφορίες. Από τη στιγμή που αποφασιστεί το πώς θα διαιρεθούν οι εργασίες και οι πληροφορίες μεταξύ του client και του server, τότε αρχίζει η δημιουργία των προγραμμάτων.

Οι clients-server εφαρμογές μετακινούν το επίκεντρο του προγραμματισμού από τις μηχανές προς τους χρήστες. Οι τελικοί χρήστες προσδοκούν τα ακόλουθα:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ CLIENT-SERVER ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Υπάρχει μια μεγάλη επιλογή από εργαλεία ανάπτυξης client-server που διατίθενται στην σημερινή αγορά των υπολογιστών. Παρακάτω βλέπουμε ορισμένα από τα πιο δημοφιλή non-Web εργαλεία. Αυτό που τα περισσότερα εργαλεία έχουν κοινό είναι ότι γενικά είναι βελτιστοποιημένα για ανάπτυξη two-tier εφαρμογών.
 

Borland Delphi

H Delphi είναι ένα εργαλείο αντικειμένων Άμεσης Ανάπτυξης Εφαρμογών. Η γλώσσα προγραμματισμού είναι βασισμένη στην Borland’s Object Pascal και δημιουργεί απλό κώδικα για τον προσωπικό υπολογιστή. Το περιβάλλον ανάπτυξης είναι οπτικό, βασισμένο στις ιδέες που πρώτα χρησιμοποίησε η Visual Basic.
 

Visual Basic

H Visual Basic είναι η καθαρά οπτική γλώσσα προγραμματισμού. Προσφέρει τα εργαλεία για να δημιουργήσει client εφαρμογές. Η έκδοση 4 μπορεί να προσπελάσει βάσεις δεδομένων μέσω ODBC (Open Database Connectivity). Το μόνο μεγάλο πρόβλημα των εφαρμογών σε Visual Basic είναι η έλλειψη ταχύτητας επειδή είναι interpreted. Η έκδοση 5 προσφέρει έναν απλό compiler, μεταξύ των άλλων καινοτομιών της.
 

PowerBuilder

To PowerBuilder είναι ένα εργαλείο για ανάπτυξη GUI (Graphical User Interface) σε εφαρμογές βάσεων δεδομένων. Είναι ένα από τα πιο παλιά εργαλεία δημιουργίας client. To PowerBuilder έχει δυνατότητες χρήσης Windows 98, Windows NT στο Intel και Alpha, Solaris (UNIX), και Macintosh clients και με αρχή την έκδοση 5 έχει ενσωματωμένο Netscape.
 

C / C++

Οι παλιότερες αξιόπιστες γλώσσες client-server είναι οι C και C++. Οι πρόσφατοι PC Compilers σε C/C++ παρέχουν ένα οπτικό περιβάλλον προγραμματισμού για ανάπτυξη client μέσω των γραμμών της Visual Basic. Δυνατότητες επικοινωνιών και βάσεων δεδομένων προσφέρονται μέσω βιβλιοθηκών υπορουτίνων. Πριν την προσθήκη της οπτικής δημιουργίας client, εργαλεία, όπως το PowerBuilder, κρατούσαν ένα καθαρό πλεονέκτημα ανάπτυξης.
 

Developer/2000

To Developer/2000 είναι ένα εργαλείο ανάπτυξης client-server που δημιουργήθηκε από το Oracle. Περιλαμβάνει μονάδες για σχεδιασμό και δημιουργία φορμών εισαγωγής δεδομένων και παράγει αναφορές από μια βάση δεδομένων της Oracle .
 

Access

H Access είναι ένα προϊόν της Microsoft βασισμένο σε SQL. H Access συχνά χρησιμοποιείται ως front-end client σε άλλα SQL συστήματα βάσεων δεδομένων, όπως η Oracle και Sybase.
 

Java

Η Java είναι μία γλώσσα προγραμματισμού ειδικά σχεδιασμένη για χρήση σε κατανεμημένα περιβάλλοντα όπως είναι το Internet (ή αλλιώς Διαδίκτυο στα ελληνικά). Δημιουργήθηκε με την προοπτική να μοιάζει σε πολλά σημεία με την παλιότερη γλώσσα C++, αλλά με το πλεονέκτημα να είναι πιο εύκολη στη χρήση και επιβάλει μία ολοκληρωτικά αντικειμενοστραφή αντιμετώπιση όλων των πραγμάτων. Μία εφαρμογή σε Java μπορεί είτε να εκτελεστεί σε έναν μεμονωμένο Η/Υ, είτε να κατανεμηθεί μέσω ενός δικτύου σε πολλούς Η/Υς. Επίσης με την Java μπορεί να δημιουργηθούν μικρές εφαρμογές γνωστές ως applets που προσαρτώνται σε σελίδες στο Web. Με την χρήση αυτών των μικροεφαρμογών (όχι μικρές ως προς το μέγεθος ή τη λειτουργικότητα, αλλά ως προς την πληρότητα στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια κανονική εφαρμογή), είναι δυνατή η αλληλεπίδραση με τον χρήστη μέσα από έναν απλό Web browser.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της Java είναι:

Άλλες γλώσσες

Και πολλές άλλες γλώσσες προγραμματισμού, όπως η Smalltalk και η Eiffel, έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για ανάπτυξη client-server. Οποιαδήποτε γλώσσα που μπορεί να δημιουργήσει βιβλιοθήκες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε εφαρμογές client–server.